Άξονας που τρυπήθηκε σαν βούτυρο χωρίς προσαρμογές


Ο Βαγγέλης Αρναούτογλου γράφει για τον τρόπο με τον οποίο η ΑΕΚ επέλεξε να παίξει ρισκάροντας και επιμένοντας στο μοτίβο που πέρυσι την δικαίωνε μα φέτος ξεκίνησε στραβά.

Δύο βαθμοί χάθηκαν στο 90λεπτο, αλλά αυτό που πρέπει να ανησυχεί περισσότερο δεν είναι το σκορ αλλά το πόσο οικεία μοιάζει η αιτία του.

Για δεύτερη σερί χρονιά, η ΑΕΚ βρέθηκε στην ίδια παγίδα απέναντι στην Κηφισιά: μια ομάδα που δεν φοβάται να πιέσει ψηλά, να γεμίσει το κέντρο με σώματα και να τρέξει. Και για δεύτερη σερί χρονιά, ο τρόπος της Ένωσης φάνηκε να μην έχει σαφή απάντηση σε αυτό το προφίλ αντιπάλου.

Η λογική πίσω από το 4-4-2 είναι κατανοητή σε θεωρητικό επίπεδο: δύο φορ που απειλούν συνεχώς, χαφ που ενώνουν το παιχνίδι με πάσα ανάμεσα στις γραμμές. Στην πράξη, όμως, όταν ο αντίπαλος αρνείται να δώσει χώρο και χρόνο, το σχήμα γίνεται ευάλωτο από τη μία στιγμή στην άλλη. Δεν είναι σχέδιο που κατέρρευσε ξαφνικά, αλλα πλάνο που δεν άλλαξε ποτέ, ούτε καν όταν η ανάγκη ήταν ολοφάνερη.

   

Ένας άξονας χωρίς αντίσταση

Αν έπρεπε να περιγράψει κανείς την εικόνα του κέντρου με μία εικόνα, θα ήταν αυτή: η μεσαία γραμμή της ΑΕΚ κοβόταν όπως το βούτυρο. Οι παίκτες της Κηφισιάς περνούσαν ανάμεσα στις γραμμές χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση, σαν να μην υπήρχε εκεί κανένα εμπόδιο να σταματήσει τη ροή του παιχνιδιού τους. Δεν χρειάστηκε ιδιαίτερη εφευρετικότητα από την πλευρά τους, αρκούσε να κρατήσουν την μπάλα κυκλοφορώντας και το κενό ανοιγόταν από μόνο του.

Αυτή η εικόνα δεν είναι τυχαία, ούτε προϊόν μίας κακής βραδιάς. Είναι το αποτέλεσμα μιας επιλογής: να μείνει η ομάδα σε αριθμητική μειονεξία στο κέντρο απέναντι σε αντίπαλο που έχει ακριβώς αυτό ως δύναμη. Το ενδιαφέρον είναι ότι η ομάδα δεν έχασε λόγω έλλειψης ταλέντου. Έχασε επειδή το ταλέντο δεν είχε τα απαιτούμενα προσόντα για την συγκεκριμένη απαίτηση.

Ένας παίκτης σαν τον Μάνταλο, με γνωστά όρια στην ένταση και την ταχύτητα εδώ και καιρό, δεν μπορεί να είναι ο μόνος φύλακας ενός κέντρου που δέχεται συνεχή πίεση και όταν δίπλα του μπαίνει κάποιος με παρόμοιο προφίλ (Κάιρινεν) αντί για λύση, το πρόβλημα μάλλον διπλασιάζεται.

Ακόμα και οι αλλαγές που έγιναν στη διάρκεια του αγώνα δεν άλλαξαν ουσιαστικά αυτή τη δυναμική. Το σχήμα παρέμεινε το ίδιο, οι ρόλοι παρέμειναν οι ίδιοι, και το κέντρο συνέχισε να λειτουργεί σαν διάδρομος παρά σαν φίλτρο. Επιπροσθέτως, η ΑΕΚ δεν έπαιρνε τίποτα από τα άκρα της, το απόλυτο μηδέν.

Μια στιγμή που έδειξε κάτι παραπάνω

Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση, λιγότερο τακτική και περισσότερο διαχειριστική. Στο τέλος ενός αγώνα όπου η ομάδα προηγούνταν, η επιλογή να μη «σκοτωθεί» ο χρόνος με μια κοντινή πάσα ήταν σαν η ΑΕΚ να προκαλούσε την τύχη της.

Δεν είναι απαραίτητα λάθος ενός παίκτη, εν προκειμένω του Μάνταλου, συνιστά ερώτημα για το αν υπήρχε ξεκάθαρη οδηγία τη στιγμή που μετρούσε περισσότερο. Σε στιγμές όπου το ματς κρέμεται από μία λεπτομέρεια, αυτές οι μικρές αποφάσεις αποκτούν βαρύτητα δυσανάλογη με το μέγεθός τους.

Το περσινό ίδιο σκηνικό είχε διαφορετική κατάληξη χάρη στην ατομική στιγμή έμπνευσης του Γιόβιτς και στην αφέλεια της Κηφισιάς τότε να κυνηγήσει το 3-2, αντί να θωρακίσει το 2-2. Μέτρησε η ψυχική δύναμη για την ανατροπή, έδωσε όμως και το δικαίωμα ο αντίπαλος.

Φέτος δεν συνέβη ούτε το ένα ούτε το άλλο και αυτό αποκάλυψε το πρόβλημα χωρίς μακιγιάζ, χωρίς τη διάσωση που είχε καλύψει τις ρωγμές πέρυσι.

Το ερώτημα που μένει ανοιχτό δεν αφορά στη μία βραδιά, αλλά το τι θα συμβεί την επόμενη φορά που ένας αντίπαλος θα αποφασίσει να παίξει με τον ίδιο τρόπο. Να πιέσει ψηλά, να γεμίσει το κέντρο με ταχυδύναμους ποδοσφαιριστές, περιμένοντας από την ΑΕΚ να ανοίξει μόνη της τον δρόμο.

Όπως δείχνουν πλέον δύο σεζόν σερί, δεν πρόκειται για τυχαίο περιστατικό, είναι ένα μοτίβο. Πέρυσι η ΑΕΚ πήρε πολλά ματς στο ένα γκολ, με σούπερ ήρωες των τελευταίων στιγμών των αγώνων. Φέτος, η αρχή έγινε ανάποδα και το μοτίβο αυτό θα χαρακτηρίζεται πάντοτε από μια σχετική ακροβασία.



Πηγή