Ο Βασίλης Βλαχόπουλος γράφει για το συναισθηματικό υπόβαθρο της σπουδαίας επιστροφής του Βασίλη Τολιόπουλου η οποία λύνει τα χέρια του Βασίλη Σπανούλη.
Η αναβάθμιση των συναισθηματικών κριτηρίων στην προσέγγιση αυτής της ιστορίας δεν αποτελεί λαϊκισμό αλλά αποτυπώνει την πλήρη αλήθεια. Επιβεβαιώνει δε έναν από τους άγραφους νόμους (ακόμη και) του επαγγελματικού αθλητισμού καθώς ο οικονομικός παράγοντας είναι μεν καταλυτικός, υπάρχουν φορές όμως που κυριαρχεί ο αντίστοιχος συναισθηματικός. Γιατί στο τέλος… «πάντα γίνεται αυτό που θέλει ο παίκτης». Και ο Βασίλης Τολιόπουλος δεν είχε αποφασίσει απλά την αποχώρησή του από τον Παναθηναϊκό και την επιστροφή του στον Άρη αλλά υποστήριξε με πάθος και οικονομικά την απόφασή του μέσα από την καθοριστική εμπλοκή του στη διαπραγμάτευση μεταξύ Άρη και Παναθηναϊκού.
Εντός των επόμενων ωρών προβλέπεται να ανακοινωθεί το deal. Σεβόμενος την επιθυμία του παίκτη ο Παναθηναϊκός έδωσε τη συγκατάθεσή του και θα εισπράξει ποσό της τάξεως του 1.000.000 ευρώ. Ο Βασίλης Τολιόπουλος θα υπογράψει τετραετές συμβόλαιο συνεργασίας με λιγότερα χρήματα σε σύγκριση με τα ποσά που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. Λιγότερα και από 4 εκατ. ευρώ. Ο μεν Άρης έμεινε σταθερός στα όσα σημείωσε την περασμένη Κυριακή ως προς τις οικονομικές προθέσεις του καθώς δεν διαφοροποίησε την προσφορά του. Είπε ότι δεν είχε σκοπό να πετάξει λεφτά και δεν το έκανε.
Εκεί χρειάστηκε να μεσολαβήσει ο διεθνής γκαρντ. Αυτό ήταν κάτι που, ίσως, δεν περίμεναν πολλοί. Το μέγεθος της αποφασιστικότητάς του σε σημείο να πάρει ανά χείρας τον μαρκαδόρο και να γράψει το σενάριο των τελευταίων επεισοδίων αυτής της υπόθεσης. Τώρα θα βάλει και την υπογραφή του.
Προφανώς οι… δεσμοί αίματος και κατ’ επέκταση ο κώδικας αξιών που πρεσβεύει ο διεθνής γκαρντ μέτρησαν στην ξεκάθαρη επιλογή του Άρη και στην απόρριψη του ΠΑΟΚ, όπως φυσικά και το περιβάλλον αγάπης στο οποίο λειτούργησε κατά το διάστημα της (δεύτερης) θητείας του στους «κίτρινους». Κι όπως εξάλλου του είπε ένα κοντινό πρόσωπό του… «να πηγαίνεις πάντα εκεί που σ’ αγαπάνε». Κι αυτό έκανε ο Billy για να κλείσουμε το συναισθηματικό κεφάλαιο γιατί – στα δικά μου μάτια – το μπασκετικό είναι εξίσου σημαντικό. Τούτο βέβαια είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει αντιληπτό από τους μετρ της επικοινωνιακής σπέκουλας.
Μπασκετικά λοιπόν, ο Βασίλης Τολιόπουλος επέλεξε τον Άρη γιατί έκρινε ότι το περιβάλλον είναι πιο safe για τον ίδιο. Επέλεξε τη συνύπαρξη μ’ έναν προπονητή με τον οποίον – ως συμπαίκτες – μοιράστηκαν την ίδια πετσέτα, είναι το είδωλό του, και υπό τις οδηγίες του αγωνίζεται με το εθνόσημο στο στήθος. Κι έτσι δεν χρειάζονται… πολλά-πολλά για να αφομοιώσει και να ανταποκριθεί στη φιλοσοφία του. Επέλεξε τον Άρη γιατί νιώθει την ασφάλεια ότι στη δύσκολη στιγμή θα έχει στιβαρό στήριγμα και γιατί είναι άνθρωπος ο οποίος δεν μπορεί να λειτουργήσει αν δεν νιώθει στο 100% την εμπιστοσύνη του περιβάλλοντος.
Κι αυτά δεν είναι σκέψεις που κατεβάζει το δικό μου μυαλό αλλά προτάσεις από μία εκ βαθέων συνέντευξη που, είχα την χαρά, να κάνουμε. Εκεί αντιλήφθηκα ότι αν στο παρκέ τον χαρακτηρίζει το ένστικτο του δολοφόνου, εκτός γραμμών πρόκειται για έναν συναισθηματικό τύπο ο οποίος θέλει να νιώθει ολοκληρωτική υποστήριξη και κυρίως ότι θα είναι σημαντικός για το club.
Για να αντιληφθείς τον τρόπο σκέψης ενός αθλητή, κακά τα ψέματα, είναι απαραίτητη (έστω) μια επαφή μαζί του. Άλλοι λατρεύουν να αδικούνται γιατί κατ’ αυτόν τον τρόπο αντλούν κίνητρα και η όλη κατάσταση τους ιντριγκάρει. Ακόμη και στον Άρη, για όσους θυμούνται, ο Γιάννης Καστρίτης και οι συνεργάτες του στήριξαν ολοκληρωτικά τον Τολιόπουλο στις δύσκολες στιγμές γιατί ξέρουν τον χαρακτήρα του.
Επιμένοντας μπασκετικά, η απόκτηση του Βασίλη Τολιόπουλου δεν είναι απλά επωφελής αλλά ευεργετική κι αυτή η αναφορά δεν σχετίζεται μόνο με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του παίκτη και την προσθήκη μιας ακόμη απειλής από μακρινή απόσταση. Αντικειμενικά, πριν την επιστροφή του διεθνούς γκαρντ και ρίχνοντας μια ματιά στα χαρακτηριστικά των παικτών που σχηματίζουν την περιφερειακή γραμμή, ο Άρης δεν διέθετε κατ’ εξοχήν σουτέρ πλην του Ματ Μόργκαν αλλά αρκετούς σουτέρ… βραδιάς. Πέραν αυτού προσέθεσε γκαρντ με δημιουργική ικανότητα, πάσα στο σωστό timing στο pick n’ roll ο οποίος λόγω της ικανότητάς του στο μακρινό σουτ υποχρεώνει την αντίπαλη άμυνα σε πολύ συγκεκριμένες κινήσεις για την αντιμετώπισή του.
Επίσης, προσφέρει στον Βασίλη Σπανούλη τη δυνατότητα διαχείρισης του ρόστερ – στο ελληνικό Πρωτάθλημα – με μικρότερους προβληματισμούς ως προς την απώλεια στοιχείων μέσα από το «κόψιμο» ξένων παικτών. Και η σχετική αναφορά δεν φωτογραφίζει τον Στέφαν Γιόβιτς ο οποίος ούτως ή άλλως αποκτήθηκε με φόντο τους ευρωπαϊκούς αγώνες αλλά τους υπόλοιπους της περιφερειακής γραμμής. Ο 44χρονος τεχνικός θα μπορεί να διαμορφώσει ευκολότερα τη 12αδα της δικής του ομάδας αναλόγως των χαρακτηριστικών του αντιπάλου γνωρίζοντας ότι η ελληνική φαρέτρα έχει πλέον Τολιόπουλο, λίαν συντόμως και τον Θανάση Αντετοκούνμπο. Αντιθέτως, η αντίστοιχη στο Eurocup θα στοιχειοθετεί (σταθερά) σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες.
Αντί επιλόγου και με προσπάθεια αυτοσυγκράτησης. Είναι αφελής και εξαιρετικά επικίνδυνη η χρησιμοποίηση του ρόλου του Βασίλη Σπανούλη στην Εθνική ομάδα προς δικαιολόγηση μιας μεταγραφικής ήττας. Τέτοιου είδους προσεγγίσεις είναι από αστείες. Ενημερωτικά επίσης, διεθνείς παίκτες οι οποίοι αντάμωσαν με τον Βασίλη Σπανούλη στο πρόσφατο παράθυρο και με τους οποίους θα συνεργαστεί την επόμενη χρονιά ένιωσαν περίεργα γιατί ο ομοσπονδιακός τεχνικός δεν τους μίλησε καθόλου (μα καθόλου) για τον Άρη. Γιατί, προφανώς έχει κάνει ξεκάθαρο διαχωρισμό. Σε άλλη παραλία λοιπόν, εκεί που τέτοιου είδους προσεγγίσεις δεν γίνονται απλά αποδεκτές αλλά έχουν αποδειχθεί και απαραίτητες.


















