Η Εθνική του Ιβάν ήταν καλή ομάδα! Δεν έγινε στο Βελιγράδι και το Άουγκσμπουργκ…


Ο Νίκος Αθανασίου γράφει για απόδοση, αποτελέσματα, δικαίωση και παραμορφωτικούς καθρέφτες στο ποδόσφαιρο με αφορμή τα τεράστια διπλά της Εθνικής Ελλάδος στο Nations League.

Από το ποδοσφαιρικό ανάθεμα στον παράδεισο. Από τα επαίσχυντα σενάρια σε παρασκηνιακές στήλες του ελληνικού Τύπου, στην αποθέωση του στρατηγού Ιβάν. Από τα ”που πάμε με τον Κουρμπέλη” και τις πάσης φύσεως… υποδείξεις, στην αναγνώριση του συνόλου, των ρόλων, της ομάδας, της νοοτροπίας. Μέσα σε τρεις ημέρες. Δύο αποτελέσματα είναι αρκετά στο ελληνικό ποδοσφαιρικό περιβάλλον. Δύο; Πολλά λέμε. Ένα αποτέλεσμα. Φτάνει και περισσεύει.

Για να σε σηκώσει μέχρι τον Όλυμπο ή να σε στείλει στις πύλες του Άδη. Πράγματα, λογικές και νοοτροπίες που δεν έχουν καμία σχέση με το ποδόσφαιρο και οδήγησαν μόνο σε δρόμους καταστροφής.

Η Εθνική που φέρει την προπονητική σφραγίδα του Ιβάν Γιοβάνοβιτς δεν έγινε μία καλή ομάδα στο Βελιγράδι και το Άουγκσμπουργκ. Δεν μεταμορφώθηκε, δεν έγινε κάποιο… ποδοσφαιρικό θαύμα και είδαμε την γαλανόλευκη να επικρατεί επί της Σερβίας και της Γερμανίας.

   

Ένα πράγμα είναι η απόδοση, ένα άλλο πράγμα είναι το αποτέλεσμα, αποτέλεσμα ή αποτελέσματα που μας έλειψαν στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου σε ένα μικρό και κακό διάστημα του αντιπροσωπευτικού μας συγκροτήματος. Αυτό είναι το ποδόσφαιρο, υπάρχουν και οι δύσκολες βραδιές, αυτές που όλα πηγαίνουν στραβά, όσο καλός κι αν είσαι.

Το να πας σε μία μεγάλη διοργάνωση μπορεί να συμβεί. Όπως έγινε το 1994, γυρίσαμε από τις ΗΠΑ στην Ελλάδα με δέκα γκολ στην πλάτη και ξαναπήγαμε μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια.

Από την ημέρα που ανέλαβε ο Γιοβάνοβιτς, ο στόχος ήταν προφανώς η επιστροφή στη κεντρική σκηνή του ποδοσφαίρου αλλά με έναν τρόπο που θα αφήσει μια παρακαταθήκη, θα δημιουργήσει μια προοπτική, θα φτιάξει μία ομάδα που θα παίζει ποδόσφαιρο κυριαρχίας και θα αναδείξει το πλούσιο ρόστερ που διαθέτει αυτή την εποχή με την γνωστή μη ιδανική συνθήκη στις επιλογές της μεσαίας γραμμής, στη ”καρδιά” της ενδεκάδας, στο πιο νευραλγικό χώρο, μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό.

Φανταστείτε να υπήρχε ένας μαγικός τρόπος και σε αυτή την φουρνιά-και τούτο δεν αποτελεί κανενούς είδους μομφή για τους τωρινούς πρωταγωνιστές- να βάλεις έναν Ζαγοράκη κι έναν Μπασινά. Όχι τον Ζαγοράκη, τον Μπασινά, τον Κατσουράνη και τον Καραγκούνη που συνυπήρχαν στο Euro της Πορτογαλίας. Μόνο δύο από τους τέσσερις.

Aυτό, λοιπόν, που συνέβη στο Βελιγράδι και την Γερμανία ήταν απλά η δικαίωση ενός πλάνου, η εξέλιξη μίας ομάδας που προοδεύει και δείχνει να μαθαίνει μέσα από τα λάθη της. Όπως και ο προπονητής της. Αν ρίξουμε μια ματιά στα 21 παιχνίδια που προηγήθηκαν της άλωσης της Γερμανίας, θα καταλάβουμε πως αυτά που βλέπουμε, απλά… έρχονταν. Ήταν θέμα χρόνου.

Αφήνοντας στην άκρη το ελληνικό συναίσθημα που είναι ικανό να τορπιλίσει μία τοπ επιπέδου προσπάθεια, με βάση τα xGoals τα δικά της αλλά κι εκείνα των αντιπάλων, πάμε να δούμε τι έκανε η Ελλάδα μέχρι το βράδυ του Άουγκσμπουργκ.

Στις 21 αναμετρήσεις, η Εθνική ήταν ανώτερη των αντιπάλων της σε 13 ματς.

Σε 5 παιχνίδια υπήρχε ισορροπία και μόνο σε τρία από αυτά ήταν χειρότερη από τον αντίπαλό της. Στο εντός με την Ιρλανδία(0.65-0.93) όπου το πήρε, στο εντός με την Αγγλία(0.58-1.82) όπου έχασε και στο εντός με την Δανία.

Δεν ήταν χειρότερη ούτε στη Σκωτία όπου πληγώθηκε(1.38-1.35), ούτε στη Κοπεγχάγη(1.44-1.42) όπου επίσης έχασε.

Δύο απόλυτα ισορροπημένα ματς, όπου χάθηκαν στις λεπτομέρειες.

Σε καθαρά ποδοσφαιρικό επίπεδο ήταν άδικη η αντιμέτωπιση που είχε μία τέτοια ομάδα, η οποία όσον αφορά την απόδοσή της, το ποδόσφαιρό της και την εικόνα της, έχει καταφέρει να σταθεροποιηθεί σε υψηλά δεδομένα. Mέσα από την αγωνιστική ταυτότητα του προπονητή και την ποιότητα των παικτών, οι οποίοι αναγνωρίζουν την συμβολή του κόουτς σε κάθε τους κουβέντα.

Είπαμε, όμως και στον πρόλογο: Το αποτέλεσμα. Αυτό που μπορεί να σε τυφλώσει και να μην σου επιτρέπει να βλέπεις την πρόοδο στη διαδικασία και μπράβο στον πρόεδρο της ΕΠΟ, Μάκη Γκαγκάτση, που δημόσια έβαλε ασπίδα μετά τον αποκλεισμό από το Μουντιάλ.

Πρόοδο που φώτισε ο Γιούργκεν Κλοπ δημόσια μία ημέρα πριν το παιχνίδι. Κι όταν ο Κλοπ μιλά για μία ομάδα που την τελευταία διετία προοδεύει, δεν μπορεί, κάτι θα ξέρει παραπάνω…





Πηγή