Ένα μήνα μετά την αποτυχημένη εκτέλεσή της στο Τενεσί, η θανατοποινίτισσα Κρίστα Πάικ σπάει τη σιωπή της και περιγράφει τον σωματικό και ψυχικό πόνο που, όπως λέει, βιώνει καθημερινά μετά τη νύχτα που κανονικά θα ήταν η τελευταία της, στα τέλη Σεπτεμβρίου. Κι όμως επέζησε από δύο θανατηφόρες ενέσεις.
Η 50χρονη Αμερικανίδα θανατοποινίτισσα, σε δήλωση που υπαγόρευσε στη νομική της ομάδα, περιέγραψε τις δύσκολες στιγμές που ακολούθησαν μετά την εκτέλεση – φιάσκο στο Τενεσί των ΗΠΑ, αναφέροντας ότι ξύπνησε μόνη της σε νοσοκομείο, χωρίς να έχει πλήρη επίγνωση του τι είχε συμβεί και υποφέροντας από έντονους πόνους.
«Ξύπνησα μόνη μου στο νοσοκομείο, αποπροσανατολισμένη και με πόνους. Από εκείνη τη νύχτα δεν έχω περάσει ούτε μία στιγμή χωρίς να υποφέρω. Πονάω παντού. Πονάνε τα χέρια μου, οι παλάμες μου, ο λαιμός μου. Εξακολουθώ να δυσκολεύομαι να μιλήσω. Και ο πόνος δεν είναι μόνο σωματικός. Υπάρχει και στο μυαλό και στην ψυχή μου», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η Πάικ δήλωσε επίσης ότι σκέφτεται διαρκώς την οικογένεια της γυναίκας που δολοφόνησε πριν από περίπου 30 χρόνια, της 19χρονης Κολίν Σλέμερ, αναγνωρίζοντας τον πόνο και το πένθος που έχει βιώσει.
«Σκέφτομαι συνεχώς αυτή την οικογένεια, τον τεράστιο πόνο και το πένθος που έχει περάσει», ανέφερε.
Οι δέκα βελόνες και η εκτέλεση που εξελίχθηκε σε εφιάλτη
Η εκτέλεση της Πάικ είχε προγραμματιστεί για τις 30 Σεπτεμβρίου στο σωφρονιστικό ίδρυμα υψίστης ασφαλείας Riverbend, στο Νάσβιλ. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα καταγγέλλονται σε δικαστικά έγγραφα, η διαδικασία παρουσίασε σοβαρά προβλήματα από την προσπάθεια τοποθέτησης ενδοφλέβιων γραμμών.
Σε αναλυτική δικαστική κατάθεση, που καταγράφει λεπτό προς λεπτό τα γεγονότα, αναφέρεται ότι το προσωπικό χρησιμοποίησε περίπου δέκα βελόνες προσπαθώντας επανειλημμένα να εξασφαλίσει ενδοφλέβια πρόσβαση. Σύμφωνα με τους ίδιους ισχυρισμούς, μέλη της ομάδας εκτέλεσης αναρωτιούνταν εάν οι φλέβες της είχαν υποστεί ρήξη.
Η Πάικ φέρεται να διαμαρτυρήθηκε ότι το χέρι της καιγόταν και ότι ένιωθε πως θα έσκαγε. Παρά τη χορήγηση δύο δόσεων της θανατηφόρας ουσίας, συνέχισε να αναπνέει. Μάρτυρες μπορούσαν ακόμη να ακούσουν την αναπνοή της και ήχους που έμοιαζαν με ροχαλητό.
Τελικά μεταφέρθηκε εσπευσμένα σε νοσοκομείο, όπου παρέμεινε αναίσθητη και διασωλημένη για ημέρες. Σύμφωνα με τους δικηγόρους της, μετά την αποτυχημένη εκτέλεση παρουσίασε σοβαρό πρήξιμο στα χέρια, πνευμονία και θρόμβωση.
Στις 10 Οκτωβρίου πήρε εξιτήριο και επέστρεψε στο σωφρονιστικό κέντρο Debra K. Johnson, έχοντας ανακτήσει την ικανότητά της να περπατά, αλλά εξακολουθώντας να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στα χέρια.
Τα πρώτα λόγια της Κρίστα Πάικ στο νοσοκομείο
Η Πάικ περιγράφει επίσης τις συνθήκες στις οποίες ζει μετά την επιστροφή της στη φυλακή. Οπως υποστηρίζει, παραμένει σε μεγάλο βαθμό απομονωμένη στην ιατρική πτέρυγα, στερημένη από την ανθρώπινη επαφή που θεωρεί πολύτιμη.
«Αυτή η απομόνωση φέρνει το δικό της είδος πόνου. Πέρασα 28 χρόνια στην απομόνωση και πολλά από όσα βιώνω σήμερα αποτελούν επανάληψη εκείνης της κατάστασης», αναφέρει.
Παρά τις δυσκολίες, δηλώνει ότι προσπαθεί να αναρρώσει. «Αναρρώνω και ξέρω ότι γίνομαι πιο δυνατή. Ομως το να αναρρώνεις δεν είναι το ίδιο με το να είσαι καλά».
Η θανατοποινίτισσα ευχαριστεί ακόμη τους διασώστες, τους γιατρούς και τους νοσηλευτές που τη φρόντισαν, καθώς και τους δικηγόρους και τους υποστηρικτές της. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στα μηνύματα συμπαράστασης που, όπως λέει, έχει δεχθεί από ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο.
«Το να ξέρω ότι τόσοι πολλοί άνθρωποι νοιάζονται για μένα, ότι με βλέπουν ως έναν άνθρωπο του οποίου η ζωή έχει σημασία, είναι κάτι που δεν μπορώ να εκφράσω πλήρως με λόγια».
Τι θα συμβεί με τη θανατική ποινή της
Το μέλλον της Κρίστα Πάικ παραμένει αβέβαιο. Ο κυβερνήτης του Τενεσί, Μπιλ Λι, έχει αναστείλει τις υπόλοιπες εκτελέσεις που είχαν προγραμματιστεί για το 2026, μέχρι να ολοκληρωθεί η έρευνα για όσα συνέβησαν στις 30 Σεπτεμβρίου.
Ωστόσο, έχει αφήσει να εννοηθεί ότι η θανατική ποινή της εξακολουθεί να ισχύει, εκτός εάν τα δικαστήρια αποφασίσουν διαφορετικά. Οι συνήγοροί της αμφισβητούν εάν η πολιτεία θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να επιχειρήσει ξανά την εκτέλεσή της και ζητούν τη μετατροπή της ποινής της. Ο κυβερνήτης είχε απορρίψει το προηγούμενο αίτημα επιείκειας πριν από την αποτυχημένη εκτέλεση.
Η Πάικ καταδικάστηκε για τη δολοφονία της 19χρονης Κολίν Σλέμερ το 1995. Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, είχε πιστέψει ότι η Σλέμερ ενδιαφερόταν για τον τότε σύντροφό της, Ταντάριλ Σιπ. Η νεαρή παρασύρθηκε σε δασώδη περιοχή, όπου βασανίστηκε και δολοφονήθηκε. Η Πάικ τη χτύπησε με κομμάτι ασφάλτου και πήρε από τον τόπο του εγκλήματος ένα θραύσμα του κρανίου της.
Ήταν η μόνη από τους τρεις εφήβους που ενεπλάκησαν στη δολοφονία, που καταδικάστηκε σε θάνατο.
Εάν η εκτέλεσή της είχε ολοκληρωθεί, θα ήταν η πρώτη γυναίκα που θα εκτελούνταν στο Τενεσί έπειτα από περισσότερα από 200 χρόνια.
Σήμερα, έναν μήνα μετά, η ίδια δηλώνει ότι δεν γνωρίζει τι την περιμένει. «Δεν ξέρω γιατί επέζησα εκείνη τη νύχτα. Δεν ξέρω τι ακολουθεί. Κάποιες ημέρες είναι πιο δύσκολο από άλλες να βρω ελπίδα. Προς το παρόν, προσπαθώ να αναρρώσω, μία ημέρα τη φορά».

















