Ο Κώστας Μπακογιάννης ήταν σήμερα καλεσμένος στο «Χαμογέλα και Πάλι!».
Ο Κώστας Μπακογιάννης αρχικά μίλησε για την πολιτική και την ενασχόλησή του με την αυτοδιοίκηση.
«Δουλεύω, εργάζομαι στον ιδιωτικό τομέα, διδάσκω στο Βερολίνο, αλλά δε θέλω να γίνω αυτό που ο ίδιος κοροϊδεύω. Δηλαδή υπάρχει μια λογική που λέει «χάνω-φεύγω». Μια λογική που αντιμετωπίζει την Αθήνα εργαλεία και part time. Αυτή είναι μια νοοτροπία η οποία εμένα με ενοχλεί πάρα πολύ. Με προσβάλλει ως Αθηναίο και δε θέλω να γίνω αυτός. Προσπαθώ λοιπόν ως αντιπολίτευση να είμαι συνεπής. Να ξέρουν οι άλλοι, να ξέρουν οι Αθηναίοι ότι μπορεί να συμφωνούν μαζί μου, να διαφωνούν μαζί μου, αλλά μη τι άλλο, εγώ είμαι εκεί και έχω συνδέσει τη ζωή μου με τις ζωές τους. Είναι ακόμα πάρα πολύ νωρίς για να κάνω οποιαδήποτε ανακοίνωση. Είμαστε εδώ, είμαστε ζωντανοί θέλουμε να είμαστε η αντιπολίτευση που εμείς θα θέλαμε να είχαμε. Ασφαλώς και γίνανε λάθη. Θα έκανα διάφορα πράγματα διαφορετικά. Νομίζω σημασία δεν έχει μόνο τι κάνεις. Σημασία έχει και το πώς το κάνεις. Αλλά έχοντας πει αυτά, είμαι και πάρα πολύ περήφανος για όλα όσα κάναμε. Είμαι πολύ περήφανος για το έργο μας. Είμαι πολύ περήφανος για την προσπάθειά μας. Είμαι πολύ περήφανος γιατί τα δώσαμε όλα. Δεν αφήσαμε τίποτα για τους εαυτούς μας», είπε αρχικά.
Στην συνέχεια τοποθετήθηκε για την αποφυλάκιση του αρχηγού της 17Ν, Αλέξανδρου Γιωτόπουλου.
«Κοίταζα τα sites και σκεφτόμουν και το έλεγα στην Σία (σ.σ. την σύζυγό του Σία Κοσιώνη) «αν εγώ τώρα τον πετύχω κάπου στον δρόμο, που οι πιθανότητες είναι αρκετές γιατί συνέχεια κυκλοφορώ, εγώ τι θα κάνω;» Και ακόμα χειρότερα αν τον δουν τα παιδιά μας, τι θα κάνουμε; Αλλά μετά διόρθωσα λίγο τον εαυτό μου και να σας πω γιατί. Διότι, εγώ όλο αυτό έχω την τύχη να μπορώ να το μοιράζομαι δημόσια. Υπάρχουν πάρα πολλοί όμως που αυτή τη στιγμή μπορεί να μας βλέπουν, που δεν την έχουν αυτή την τύχη και ζουν τέτοιες δύσκολες καταστάσεις μόνοι τους, μέσα στη σιωπή. Έχουμε ένα σύστημα το οποίο ίσως θα πρέπει με αυτή την αφορμή να το ξανασκεφτούμε, γιατί προφανώς το σύστημά μας είναι σωφρονιστικό, καμία αντίρρηση. Αλλά πάρτε το πράγμα το Γιωτόπουλο. Έχει βρεθεί ένοχος, έχει καταδικαστεί 17 φορές ισόβια. Δεκαεφτά φορές για 17 δολοφονίες. Είναι στη φυλακή 24 χρόνια. Σύνολο θα είναι εικοσιπέντε χρόνια. Άρα 1,5 χρόνο για κάθε δολοφονία. Πρέπει να το συζητήσουμε. Να το συζητήσουμε σαν μια κοινωνία. Είναι, είμαστε, το θεωρούμε αυτό δικαιοσύνη; Και αυτό ξεπερνάει πάρα πολύ εμένα», υπογράμμισε.
Όταν θα ρωτήσουν λοιπόν, όταν θα πουν “μπαμπά, γιατί αυτός ο άνθρωπος είναι έξω και πώς νιώθεις εσύ γι’ αυτό;” Ποια είναι η απάντηση;
Ο κ. Μπακογιάννης είπε: «Χτες το βράδυ με πήρε τηλέφωνο ο γιος μου, ο οποίος μάλιστα είναι και στο εξωτερικό αυτή την περίοδο, να μου κάνει ακριβώς αυτή την ερώτηση. Η απάντηση είναι πάρα πολύ δύσκολη. Πάρα πολύ δύσκολη. Δεν το κρύβω. Εγώ τι προσπαθώ να κάνω για τα παιδιά μου. Νομίζω αυτό που όλοι οι γονείς προσπαθούμε να κάνουμε. Προσπαθούμε να αισθάνονται ασφαλή, να αισθάνονται μια σιγουριά, μια εμπιστοσύνη και πάρα πολλή αγάπη. Αυτό, αυτόν τον κόσμο λέγαμε που προσπαθώ να χτίσω για τα παιδιά μου. Άρα ότι απαντάω στα παιδιά μου το απαντάω μέσα από αυτό το πρίσμα».
«Επιλέγω συνειδητά να εμπιστεύομαι τη Δικαιοσύνη»
Για τον ρόλο και τη λειτουργία της Δικαιοσύνης:
«Εγώ πιστεύω ότι εμείς που πολιτευόμαστε πρέπει να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί σε αυτά που λέμε για δικαιοσύνη. Γιατί ζούμε σε μια δημοκρατία με θεσμούς και δε θέλουμε να τα κάνουμε όλα «ίσιωμα». Αυτό απαιτεί και έναν βαθμό αυτοσυγκράτησης. Ενδεχομένως να απαιτεί να μετράμε και τα λόγια μας μερικές φορές. Δεν είναι κακό, όλοι εμείς που πολιτευόμαστε, να μετράμε τα λόγια μας γιατί ανοίγουμε τα στόματα μας και βγαίνουν βατράχια πολύ συχνά. Σκεφτόμουν σήμερα επίσης ότι η πολιτική προφανώς είναι η τέχνη του αποτελέσματος. Να μπορείς να πετυχαίνεις τους στόχους σου, να λες εγώ αυτό που υποσχέθηκα, αυτό το έκανα. Και ναι, προφανώς αυτό περιμένει ο κόσμος από εμάς. Είναι όμως και η τέχνη του να μπορούμε να μπαίνουμε στα παπούτσια των άλλων. Να μπορούμε να βλέπουμε ένα θέμα από μια άλλη πλευρά. Δε θέλω όμως να το πάω πιο πέρα. Γιατί πολύ συχνά βλέπω πώς πολιτικοποιούμε τους θανάτους. Για μένα αυτό είναι ιεροσυλία. Στα νεκροταφεία είμαστε όλοι ίσοι. Πρέπει να είμαστε πάρα πολύ σεβάσμιοι και δεν χρησιμοποιώ ελαφρά αυτή τη λέξη».
Και συνέχισε: «Επιλέγω όμως συνειδητά να συνεχίσω, ακόμα και τώρα, να εκφράζω δημόσια την εμπιστοσύνη μου στη δικαιοσύνη. Γιατί δεν θέλω και δεν αντέχω να ζω σε μια κοινωνία χωρίς Δικαιοσύνη. Θα δούμε πώς θα εξελιχθεί το κόμμα της κ. Καρυστιανού. Ένα κόμμα δεν είναι μόνο το πρόσωπο του αρχηγού. Είναι και η ομάδα, είναι η οργάνωση, είναι οι θέσεις. Θα μπει στον πολιτικό ανταγωνισμό, στον πολιτικό στίβο και θα κριθεί».
Θεωρεί ότι πολιτικοποιήθηκε με κάποιο τρόπο ο θάνατος των παιδιών αυτών μέσω αυτής της κίνησης;
«Μακριά από μένα να πω σε οποιαδήποτε μάνα έχει θάψει το παιδί της οτιδήποτε. Και μακριά και από οποιονδήποτε από εμάς.Θα κριθεί ξεκάθαρα όπως η ίδια επέλεξε. Πολιτικά», απάντησε κατηγορηματικά ο κ. Μπακογιάννης.
«Είναι δύσκολο να βλέπεις τον δολοφόνο του πατέρα σου στην τηλεόραση»
Αναφορικά με το ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΙ για τη 17Ν τοποθετήθηκε ο κ. Μπακογιάννης και εάν αυτό είχε σχέση με την αποχώρηση της Σίας Κοσιώνη από τον τηλεοπτικό σταθμό.
«Καλύτερα να μην τα συνδέουμε αυτά. Γιατί η Σία και εγώ κάνουμε μια πάρα πολύ μεγάλη προσπάθεια να μη συνδέουμε τις δουλειές μας. Είναι η σύζυγός μου, είναι η σύντροφός μου. Εγώ θέλω να την αγαπάω, θέλω να τη στηρίζω, θέλω να αισθάνεται δυνατή να παίρνει τις αποφάσεις της. Αυτό πρέπει να κάνω εγώ, ο σύζυγος, και αυτό ελπίζω και θεωρώ. Το ντοκιμαντέρ είναι μια άλλη συζήτηση. Μου είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο να μιλάω πάλι γι’ αυτό. Είναι ψυχρό και μας πλήγωσε βαθιά. Λέω μας γιατί μας πλήγωσε όλους τους συγγενείς των θυμάτων. Είναι τρομερά δύσκολο να βλέπεις τον δολοφόνο του πατέρα σου στην τηλεόραση. Εκφράσαμε τη διαφωνία μας πάρα πολύ έντονα. Κυρίως γιατί του δόθηκε αυτό για το οποίο ο ίδιος δολοφονούσε. Αυτή η δημοσιότητα και του δόθηκε γενναιόδωρα, απλόχερα, χωρίς καν να του γίνουν πραγματικά σκληρές ερωτήσεις. Ήταν σαν να βλέπεις μίνι διαγγέλματα. Και ξεχνάμε ότι μιλάμε για τον απόλυτο Έλληνα serial killer. Έχει σκοτώσει τόσους ανθρώπους πισώπλατα και δε δείχνει ούτε μια στάλα μεταμέλειας. Δεν άντεξα να το δω, όχι. Δεν μπόρεσα να το δω, ούτε θέλω ποτέ να το δω στη ζωή μου. Δεν είναι δικιά μου δουλειά να του κάνω καμία ερώτηση. Τον κοίταξα στα μάτια στο δικαστήριο πριν από πολλά, πολλά χρόνια. Ως εκεί», τόνισε.
Έκανε κάποια κίνηση για να σταματήσετε αυτό το ντοκιμαντέρ;
«Από πού ως πού; Προφανώς έχει δικαίωμα ένας τηλεοπτικός σταθμός. Έχει δικαίωμα ένας συγγενής, έχει δικαίωμα ένας δημοσιογράφος να κάνει τη δουλειά του. Αλίμονό μας. Στην Ελλάδα του 2026 ζούμε και ποτέ δεν αμφισβητήσαμε αυτό το δικαίωμα. Διαφωνήσαμε και δεν το κρύψαμε δημόσια με το ότι αυτό γίνεται με κρατική χρηματοδότηση. Δηλαδή δεν μπορώ να καταλάβω γιατί θα πρέπει ο Δημήτρης Κουφοντίνας να μας μιλάει για τα παιδικά του χρόνια και για τον παππού του και να πληρώνει το ελληνικό κράτος», σημείωσε ο κ. Μπακογιάννης.
«Είμαστε ένα με την οικογένειά μου – Μας κρατάει όρθιους η σύζυγός μου, Σία Κοσιώνη, την θαυμάζω»
Για την σύζυγό του Σία Κοσιώνη ο Κώστας Μπακογιάννης δήλωσε: «είναι ένας άνθρωπος ο οποίος για όλους εμάς δίνει τα πάντα. Κάνει πάρα πολλά. Μας κρατάει όλους. Μας κρατάει όρθιους. Το λιγότερο που μπορούσαμε να κάνουμε είναι να είμαστε εκεί στο κανάλι την μέρα που σταμάτησε από τον ΣΚΑΙ και το θεωρώ και πολύ αυτονόητο. Εγώ ξέρετε, δεν μπορώ να της είμαι πάρα πολύ χρήσιμος. Είναι ένας άλλος χώρος ο δικός σας, ο χώρος των μίντια, της δημοσιογραφίας. Συχνά πυκνά συναντιόμαστε εμείς με εσάς, αλλά στην πραγματικότητα έχετε τους δικούς σας κανόνες. Έχετε τη δική σας φιλοσοφία και άρα εγώ δεν μπορούσα πραγματικά να προσφέρω κάτι πολύ ουσιαστικό. Τι μπορούσα εγώ να κάνω; Να πω ότι ό, τι και να γίνει, ο κόσμος να χαλάσει, εμείς είμαστε εδώ. Η οικογένειά μας είναι εδώ, είμαστε ένα. Είμαστε δυνατοί, είμαστε ισχυροί. Εγώ τη βρήκα τη Σία στο να λέει τις ειδήσεις. Δε με βρήκε εκείνη. Είχε μια πορεία η οποία προϋπήρχε μου εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Νομίζω ότι είκοσι χρόνια τώρα δεν έχει δώσει κάποιο δικαίωμα. Το αντίθετο».
«Δείτε τις δύο βραδιές εκλογών το 23. Τη μία Κυριακή φαινόταν ότι εμείς κερδίζαμε. Τη δεύτερη Κυριακή χάσαμε. Ναι. Η Σία ήταν απολύτως η ίδια μια άψογη επαγγελματίας. Έκανε τη δουλειά της όπως έπρεπε. Και σας το λέω με πάρα πολύ θαυμασμό. Θαυμάζω το γεγονός ότι παίρνει στα σοβαρά τη δουλειά της και το κάνει τόσο καλά. Προφανώς είναι ένα παράδειγμα, όπως το λέω και τώρα δημόσια. Πρώτη φορά το λέω. Θαύμασα το ότι ενώ ήταν έγκυος με το παιδί μας, συνέχισε να λέει τις ειδήσεις κάθε βράδυ μέχρι κυριολεκτικά νομίζω την τελευταία εβδομάδα. Ναι, νομίζω η τελευταία εβδομάδα που το έκανε πάρα πολύ συνειδητά, γιατί ήθελε να δείξει πως μπορεί μια γυναίκα ούτως εγκυμονούσα να δουλεύει και να το κάνει καλά. Θα μου πείτε έχει τόσο πολύ σημασία αυτό; Ναι, έχει πάρα πολύ σημασία. Γιατί άμα δείτε τα ποσοστά της συμμετοχής των γυναικών στην εργασία είναι από τα πιο χαμηλά στην Ευρώπη. Άμα δείτε τις κορυφαίες θέσεις στον ιδιωτικό τομέα θα δείτε ότι ακόμα η αναλογία ανδρών γυναικών είναι λες και είμαστε στη δεκαετία του 70. Αυτό έχουμε μείνει πάρα πολύ πίσω σε αυτό. Και έχουμε κάνει βήματα. Έχουμε εκλέξει μια γυναίκα πρόεδρο της Δημοκρατίας. Μπράβο μας, τιμή και δόξα, αλλά έχουμε πάρα πολύ δρόμο μπροστά μας και δε μιλάμε γι’ αυτό όσο θα έπρεπε να μιλάμε», συμπλήρωσε.
Για την περιπέτεια υγείας της συζύγου του ανέφερε: «Ήταν πολύ πιο δύσκολη από την περίοδο που διανύουμε τώρα με τις επαγγελματικές αλλαγές. γιατί κινδύνευσε η ζωή της. Και αυτό ήταν τρομερό σοκ. Ξυπνάς ένα πρωί και αντιλαμβάνεσαι ότι κινδυνεύει η ζωή της σύζυγος σου, του ανθρώπου σου, της μητέρας των παιδιών σου. Όμως σε όλο αυτό κοιτάξτε το πως τα φέρνει η ζωή. Δεν αισθανθήκαμε ποτέ μόνοι. Ένα τρομερό κύμα αγάπης, νοιαξίματος, φροντίδας, τρυφερότητας σηκώθηκε και κάλυψε τη Σία και πλημμύρισε τις ζωές μας και γι’ αυτό είμαστε ευγνώμονες και νομίζω η ίδια αισθάνεται ευλογημένη».
Για τον στρατό: «Είναι το πιο σπουδαίο σχολείο που έχω βγάλει στη ζωή μου. Έχω πάει στην Οξφόρδη, έχω πάει στο Χάρβαρντ. Τίποτα δε συγκρίνεται με τις ειδικές δυνάμεις και με τη Σχολή Αλεξιπτωτιστών. Έμαθα πάρα πολλά για τον εαυτό μου. Έμαθα ότι ο άνθρωπος μπορεί να κάνει τα πάντα, αρκεί να το θέλει και να έχει το χρόνο. Αυτό το πολύ απλό πράγμα, το οποίο ακούγεται πολύ κοινότυπο και πολύ κλισέ, το έζησα και επίσης γνώρισα σπουδαίους, λαμπρούς ανθρώπους, είτε ήταν οι καταδρομείς που ήμασταν μαζί, είτε ήταν οι αξιωματικοί. Αισθάνομαι ακόμα και τώρα, τόσα χρόνια μετά, ένα δέος για αυτούς τους ανθρώπους. Όταν συναντώ έναν άνθρωπο, έναν Έλληνα καταδρομέα, σηκώνομαι όρθιος».
«Είμαι ερωτευμένος με την αυτοδιοίκηση»
Τέλος ο κ. Μπακογιάννης μίλησε για τις εκλογές και για το εάν θα κατέβει στην κεντρική πολιτική σκηνή.
«Επειδή πια είμαστε σε μια ηλικία, πρέπει να κάνουμε αυτά που θέλουμε. Πρέπει να κάνουμε αυτά που αγαπάμε. Και για μένα η πολιτική είναι μια συναισθηματική απόφαση και μια συναισθηματική υπόθεση. Είμαι ερωτευμένος με την αυτοδιοίκηση. Σημασία δεν έχει πώς σε λένε. Σημασία έχει τι κάνεις. Μετά είναι το αποτέλεσμα, το απτό, το μετρήσιμο, το ορατό. Και είναι η Αθήνα. Είναι η πόλη μου, είναι η πόλη που γεννήθηκα. Η πόλη που μεγαλώνουν τα παιδιά μου. Η πόλη που θέλω να γεράσω. Και υπάρχει μια λογική, δεν το λέω τώρα αυτό πολιτικά. Είναι μια γενικότερη λογική ότι βλέπει την Αθήνα τουριστικά, «να εκμεταλλευτούμε λίγο τον Δήμο της Αθήνας, να κάνουμε τη δουλειά μας, να πετύχουμε μερικούς πολιτικούς στόχους, να πάρουμε μερικούς πόντους στις καριέρες μας και να προχωρήσουμε». Η λογική του υπερτουρισμού με φέρνει εντελώς απέναντι. Και το είπε και στη Guardian. Δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε. Δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να βγούμε στην Guardian που είναι ένα Μέσο Μαζικής Ενημέρωσης που διαβάζουμε όλος ο πλανήτης και να δυσφημίσουμε την Αθήνα και να πούμε ότι έχει πρόβλημα. Ναι, προφανώς ο τουρισμός θέλει κανόνες, εννοείται, αλλά αλίμονό μας. Το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η πόλη τώρα είναι η καθημερινότητα. Τα πολύ, τα πολλά μικρά που κάνουν τα μεγάλα. Η καθαριότητα. Όπως όλα στη ζωή, χρειάζεσαι τρία πράγματα. Χρειάζεσαι σχέδιο, χρειάζεσαι χρόνο και χρειάζεσαι προσπάθεια», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Για το κοινωνικό δίκτυο της Αθήνας: «Σας ευχαριστώ που μου δίνετε αυτή την ευκαιρία γιατί είναι κάτι για το οποίο δε μιλάμε. Και θα μου πείτε γενικά δε μιλάμε για την Αθήνα, μιλάμε για πολλά άλλα, όχι για την Αθήνα. Αλλά τέλος πάντων, Να σας πω, Υπνωτήριο των γιατρών του κόσμου. Το κλειδώσαμε, το κλείσαμε. Πολυδύναμο κέντρο για τους αστέγους. Μια δομή-πρότυπο την ιδρύσαμε. Είχε βραβευτεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Ερχόμαστε τώρα και έχουμε το συνήγορο του πολίτη να έρχεται και να μας λέει επίσημα “Κλείστε την γιατί είναι σε τραγική κατάσταση”. Δεν έχει security, δεν έχει καθαριότητα, δεν έχει τίποτα. Είχαμε κάνει μια δομή για τους τοξικοεξαρτημένους, ένα ξενώνα, έτσι τον λέμε, ξενώνα μεταβατικής φιλοξενίας που είχε βοηθήσει δεκάδες ανθρώπους να ξανακερδίσουν τις ζωές τους. Και αυτό το παρατήσαμε. Το κάναμε στην άκρη. Όλα αυτά εντωμεταξύ είχαν γίνει με διαπαραταξιακή συναίνεση. Δεν είναι δηλαδή ότι τα είχε κάνει ο Μπακογιάννης. Τα είχαμε κάνει όλοι μαζί. Γιατί λοιπόν τώρα δεν κάνουμε τον κόπο να τα κρατήσουμε και ασχολούμαστε απλώς με… τέλος πάντων».
Ποια απάντηση παίρνει από τον Δήμο;
«Τρεις είναι οι απαντήσεις που λαμβάνουμε. Τις κατηγοριοποιώ. Η πρώτη απάντηση είναι ότι δεν είναι έτσι. Όλα είναι τέλεια. Εσείς κάνετε λάθος. Ζείτε σε μια άλλη πόλη. Η δεύτερη απάντηση είναι ότι δε φταίμε εμείς, φταίτε εσείς. Δηλαδή κάνουμε αντιπολίτευση στην αντιπολίτευση για αυτά που κάνατε ή συνεχίζετε να κάνετε ή γιατί υπάρχει η γιατί αναπνέετε. Η τρίτη απάντηση είναι ότι φταίει η κυβέρνηση και φταίει ο Μητσοτάκης. Πάντα κάποιος άλλος φταίει. Ποτέ δεν αναλαμβάνουμε μια ευθύνη στο Δήμο Αθηναίων. Γιατί τα προβλήματα δεν λύνονται ούτε με βιντεάκια ούτε με συνεντεύξεις», ανέφερε κλείνοντας.

















