Ο Παναθηναϊκός πρώτα να κοιταχθεί στον καθρέφτη, να απαντήσει στον εαυτό του και έπειτα να προσλάβει προπονητή


Ο Νίκος Αθανασίου γράφει για κάποια ζωτικής σημασίας θέματα στον Παναθηναϊκό ενόψει της νέας αγωνιστικής περιόδου.

Όταν από τον Δεκέμβριο του 2023 μέχρι τον Ιούνιο του 2026 στον πάγκο του Παναθηναϊκού θα έχουν καθίσει επτά διαφορετικοί προπονητές, ο αριθμός από μόνος του δεν μπορεί να δημιουργήσει την παραμικρή αμφιβολία. Το κλαμπ έχει αποτύχει παταγωδώς σε ένα κομμάτι ζωτικής σημασίας, η διαδικασία πρόσληψης των τεχνικών είναι από προβληματική έως μη υπαρκτή.

Ο Ράφα Μπενίτεθ θα αποτελέσει παρελθόν στο φινάλε των play offs, το Τριφύλλι έχει βγει στην αγορά για τον διάδοχό του, ωστόσο, ανεξάρτητα από τα πρόσωπα που έχουν αναλάβει την τεχνική ηγεσία και τις δικές τους ευθύνες ή την μη συμβατότητά τους με τον σύλλογο, ο Παναθηναϊκός πρέπει να κοιτάξει στον ποδοσφαιρικό του καθρέφτη, να απαντήσει στον εαυτό του σε μια σειρά από σημαντικά ζητήματα και έπειτα να επιλέξει τον επόμενο προπονητή του.

Μικρή παρένθεση: Το γεγονός ότι ο Παναθηναϊκός οδηγείται στην απόφαση να λύσει την συνεργασία του με τον 66χρονο τεχνικό μόνο παράλογη δεν είναι ποδοσφαιρικά. Όπως μόνο παράλογο δεν ήταν το τέλος του Φατίχ Τερίμ για παράδειγμα.


   

Μπράιτον – Τσέλσι 3-0: Τη διέλυσε και βρέθηκε στην εξάδα

Η Μπράιτον έκανε ό,τι ήθελε την Τσέλσι, επικράτησε εύκολα 3-0, την προσπέρασε στη βαθμολογία και βρέθηκε στην 6η θέση της Premier League. Σε...

   

Όταν ένα κλαμπ δαπανά 4 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, όταν άλλα πράγματα συμφωνούνται στο περιβόητο ραντεβού στο Λονδίνο και άλλα παρουσιάζονται στη πραγματικότητα, όταν η βελτίωση της ομάδας είναι ανύπαρκτη και το σχέδιο αποκρουστικό για ομάδα πρωταθλητισμού, όταν θεωρείται «κατόρθωμα» το προσπέρασμα του Λεβαδειακού τόσο δημόσια όσο και ιδιωτικά και όταν το υπάρχον ρόστερ απαξιώνεται εσωτερικά σε ακραίο βαθμό με την εισήγηση για «11 βασικούς ποδοσφαιριστές, έναν σε κάθε θέση», κανένα σούπερ βιογραφικό περασμένων εποχών, κανένα «όνομα» με όλα τα παραπάνω δεδομένα και την βαθμολογία να αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα της μηδενικής προόδου, δεν μπορεί να πείσουν για την επόμενη αγωνιστική περίοδο.

Τα παράλογο της υπόθεσης, καθώς ο Μπενίτεθ δεν άνοιξε την πόρτα και μπήκε μόνος του στο μαγαζί, είναι το πως και το γιατί ο Παναθηναϊκός από το ραντεβού με τον Τσάβι και το απόλυτα φυσιολογικό «όχι» του νεαρού κόουτς, οδηγήθηκε στη πρόσληψη του Μπενίτεθ. Η μόνη σχέση που έχουν ποδοσφαιρικά οι δύο προπονητές είναι το ισπανικό… διαβατήριό τους.

Ό,τι και αν ειπώθηκε στο Λονδίνο, όσο ωραία και αν ήταν η παρουσίαση, ΠΟΤΕ και σε ΚΑΜΙΑ συνέντευξη δεν έχει παραβρεθεί προπονητής που θα πει «δεν θέλω να παίξω κυριαρχικό ποδόσφαιρο», «δεν θέλω να αξιοποιήσω τους νεαρούς παίκτες» και «δεν μου κάνει το υπάρχον ρόστερ». Είναι κανόνας. Οι πράξεις και τα σημάδια, όμως, ήταν εκεί. Στη Θέλτα, στην Έβερτον, στην Κίνα, σε μια δεκαετή πορεία. Δεν αναλύθηκαν σωστά. Το ποδόσφαιρο, η νοοτροπία, το καθεστώς συνεργασιών στο εσωτερικό των συλλόγων, ήταν και αυτά εκεί. Κακή απόφαση, κακή συνέχεια, κακά αποτελέσματα. Μεγάλο λάθος του Μπαλντίνι.

Ο Μπενίτεθ ήταν και είναι ένας σπουδαίος προπονητής, ένας σπουδαίος άνθρωπος του ποδοσφαίρου, το μέγεθος του δεν θα κριθεί και δεν κρίθηκε στην Ελλάδα. Συμβαίνει στο ποδόσφαιρο να μην «κολλάνε» πρόσωπα και καταστάσεις. Αυτό που δεν πρέπει να συμβαίνει στο ποδόσφαιρο είναι το να μην υπάρχουν ΞΕΚΑΘΑΡΑ και ΜΟΝΙΜΑ ποδοσφαιρικά κριτήρια αναζήτησης για έναν προπονητή, να μην υπάρχει ξεκάθαρη και μόνιμη ποδοσφαιρική ταυτότητα, άρα συνέπεια και συνέχεια στην αναζήτηση. Όταν ένας ποδοσφαιρικός σύλλογος άγεται και φέρεται ποδοσφαιρικά από «περαστικούς» τεχνικούς διευθυντές και προπονητές είναι καταδικασμένος στην αποτυχία.

Άρα λοιπόν, ο Παναθηναϊκός πρέπει να κοιταχθεί στον καθρέφτη του. Δύο φόρες.

Την πρώτη φορά να απαντήσει στο ερώτημα «ποίοι θέλουμε να είμαστε πάνω στο χορτάρι», «ποιά θέλουμε να είναι η αγωνιστική μας ταυτότητα», «με ποιό ποδόσφαιρο πιστεύουμε ότι θα κατακτήσουμε τον τίτλο». Όταν ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ απαντήσει σε αυτά, τότε θα έχει το πρώτο και πιο σοβαρό κριτήριο για τον επόμενο προπονητή του. Κι έπειτα μπορεί να προσθέσει την δίψα και την φιλοδοξία, την ηγετική προσωπικότητα, τον πρωταθλητισμό, την προπονητική μεθοδολογία, τις εσωτερικές συνεργασίες, την διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού, την ανάδειξη νεαρών παικτών και πάει λέγοντας. Όσο πιο πολλά κουτάκια συνοδεύονται από «τικ», τόσο το καλύτερο. Αρκεί να υπάρχουν τα κουτάκια αυτά…

Την δεύτερη φορά για να απαντήσει στο ερώτημα «έχουμε ποδοσφαιρικά το περιβάλλον για να βελτιώσουμε όποιον μπαίνει στον οργανισμό»; Ο Παναθηναϊκός εδώ και αρκετά χρόνια έχει μείνει πίσω σε αυτό το κομμάτι, αν και κατά καιρούς κάνει προσπάθειες. Το κλαμπ πρέπει να δημιουργήσει ένα αθλητικό περιβάλλον, ένα πνευματικό περιβάλλον, μία δομή, η οποία θα έχει ως μοναδικό της στόχο και σκοπό να βελτιώνει day by day τους παίκτες σε όλα τα επίπεδα, να παρέχει στους προπονητές τα καλύτερα δυνατά «εργαλεία» με έναν και μόνο μακροπρόθεσμο σκοπό. Να γίνεται καλύτερος κάθε μέρα και όχι να αποτελεί ένα εν δυνάμει «νεκροταφείο» ποδοσφαιριστών και προπονητών. Όταν μιλάμε για ιδανικό περιβάλλον, αυτό σημαίνει πως πρέπει να είσαι κορυφαίος στη λειτουργία σου όσον αφορά το κομμάτι του perfomance, της πρόληψης και της αποκατάστασης τραυματισμών, της διατροφής, της ψυχολογίας, σε κάθε σημαντικό παράγοντα, να φτιάχνεις διαδικασίες που θα βοηθούν τον ποδοσφαιριστή να δώσει το maximum.

Οι λογικές ”τους πληρώνουμε και είναι υποχρεωμένοι να παίξουν” ανήκουν σε άλλες εποχές, τις οποίες το ίδιο το ποδόσφαιρο και η ζωή έχει κλειδώσει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Για κάθε μεταγραφή καλοκαιρινή, είναι τεράστια η αξία της προσαρμογής στο νέο περιβάλλον. Επαναλαμβάνουμε, μιλάμε για ανθρώπους, όχι για ρομπότ και η διαχείριση η πνευματική, κάποιες φορές είναι πιο σημαντική και από την ποδοσφαιρική. Για όλα τα παραπάνω, λοιπόν, και πριν φτάσει να αξιολογήσει τον κάθε ποδοσφαιριστή του, ο Παναθηναϊκός θα πρέπει να αναρωτηθεί αν το περιβάλλον που έχει δημιουργήσει στο Κορωπί, στην καθημερινότητα, μέσα και γύρω από την ομάδα, είναι ιδανικό για να μπορέσει ο σύλλογος να επιστρέψει εκεί που πρέπει.

Αν ο σύλλογος δεν δει κατάματα την αλήθεια, αν «τσουβαλιάσει» παίκτες και προπονητές ως «ανίκανους» και «λίγους» και δεν δει, δεν διαπιστώσει τι εκείνος έπρεπε να έχει κάνει καλύτερα όλα αυτά τα χρόνια, τότε οι πιθανότητες επιτυχίας θα παραμείνουν πολύ χαμηλά και αντί για προπονητή ο σύλλογος θα αναζητά «Μεσσία».





Πηγή