Ιντιανάπολις, Φάληρο, Ατλάντα:ο Νίκος Παπαδογιάννης βαδίζει συγκινημένος για τελευταία φορά στα χνάρια του μακαριστού Όσκαρ Σμιντ.
Η φωτογραφία που βλέπετε, με το 22χρονο φάσιο άηκο να υποδέχεται με φουντωτό μαλλί στο χωριό του έναν καλοντυμένο ημίθεο του παγκόσμιου μπάσκετ, είναι τραβηγμένη τον Μάρτιο του 1989 στο παλαιό αεροδρόμιο στο Ελληνικό. Σαρανταοχτώ ώρες αργότερα, το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας και μαζί του εμείς οι 12 χιλιάδες τυχεροί με τα μάτια ερμητικά ανοιχτά, βίωσε τον ωραιότερο, ίσως, τελικό στα χρονικά του ευρωπαϊκού μπάσκετ.
Πρωταγωνιστές του, δύο ξένοι αρχάγγελοι της πορτοκαλί μπάλας στην ίδια πόλη, ήταν ο γιος του διαβόλου και το ιερό χέρι. Ο Ντράζεν Πέτροβιτς φορούσε τη λευκή φανέλα της Ρεάλ Μαδρίης με το νούμερο 5, ενώ ο Όσκαρ Σμιντ τη μαύρη της Σνάιντερο Καζέρτα με τον αριθμό 9.
Άλλοι ήταν όμως οι αριθμοί που μέτρησαν εκείνο το βράδυ: Πέτροβιτς 62, Οσκαρ 44, Ρεάλ 117, Καζέρτα 113, ένα φεστιβάλ 45 λεπτών που όμοιό του δεν έχουμε ξαναδεί ούτε πριν ουτε μετά. Και δίπλα τους, ένας τρελούτσικος συνοδοιπόρος που ζούσε για τέτοιες νύχτες, ο μετέπειτα «πράσινος» Νάντο Τζεντίλε, με 33 πόντους.
Τραμπ σε Ιράν για τα Στενά του Ορμούζ: «Δεν μπορείτε να μας εκβιάσετε» –...
Παρών και ο Τζόνι Ρότζερς, παρών και ο Φερνάντο Μαρτιν, που έφυγε και αυτός πολύ νωρίς. To ματς υπάρχει ολόκληρο στο YouTube και θα το βρείτε πολύ εύκολα. Αντί να κάθισε να διαβάζετε τις φλυαρίες μου, χαλαλίστε δύο ώρες από το Σαββατοκύριακό σας για να το απολαύσετε, έστω σε κακή ποιότητα εικόνας. Mε την ευκαιρία αναζητήστε και το βραζιλιάνικο ντοκυμαντέρ με τίτλο Mão Santa. Θα με ευχαριστήσετε αργότερα.
Ο Ντράζεν και ο Όσκαρ έσμιξαν ξανά στις 17 Απριλίου 2026, για να το ξαναζήσουν ψηλα στους ουρανούς. Το άγιο χέρι (Mão Santa) της Βραζιλίας, με καταγωγή από τη Γερμανία, και ο «Μότσαρτ» της Γιουγκοσλαβίας, που άφησε την τελευταία του πνοή κάπου στη Γερμανία.
Ο Όσκαρ αποχαιρέτησε την Εθνική Βραζιλίας την ίδια μέρα που ο Παναγιώτης Γιαννάκης κρεμασε τα αθλητικά παπούτσια και πρόβαρε για πρώτη φορά το κοστούμι του Ομοσπονδιακού προπονητή: 2 Αυγούστου 1996, στο Τζόρτζια Ντομ της Ατλάντα, το οποίο ήταν χωρισμένο στα δυο με μία γιγάντια κουρτίνα. Στο ένα ήμισυ έπαιζαν μπάσκετ, στο άλλο έδεινε την παράστασή του ο Ιωάννης Μελισσανίδης.
Για άλλη μια φορά, ήμουν από τους τυχερούς και τους ευλογημένους. Η Εθνική μας είχε αποκλειστεί στον Ολυμπιακό προημιτελικό από τη Λιθουανία του Σαμπόνις (την οποία είχαμε «διαλέξει» ως αντίπαλο πειδή φοβόμασταν την Κροατία), ενώ η Βραζιλία από την ανίκητη και σχεδόν ισάξια με την ορίτζιναλ Ντριμ Τιμ ομάδα των ΗΠΑ ( Πίπεν, Ολάζουον, Σακίλ, Ρόμπινσον, Μπάρκλεϊ κ.α.). Μάλιστα για τους Αμερικανούς ήταν κάποιου είδους εκδίκηση, αφού επτά χρόνια νωρίτερα ο Όσκαρ τους είχε εξοστρακίσει από τον θρόνο των Παναμερικανικών με το ιστορικό 115-120 στην Ιντιανάπολις.
Τους δυο παλιόφιλους, Γιαννάκη και Όσκαρ, τους χώριζε αυτό ακριβώς: το ’87. Η επανάσταση των πληβείων. Η Ελλάδα εκθρόνισε τους Σοβιετικούς, τον Ντράζεν και τις λοιπές όχι ιδιαίτερα δημοκρατικές δυνάμεις, η Βραζιλία τους Αμερικανούς και μάλιστα μέσα στο άπαρτο σπιτάκι τους. Χρυσό εμείς, χρυσό αυτοί. «Γκάνγκστερ» και «δράκο» και «αράχνη» εμείς, Όσκαρ με όλη τη σημασία της λέξης εκείνοι. Η Ελλάδα της Νότιας Αμερικής, η Βραζιλία της Ευρώπης.
Το 1996, ο Ντράζεν δεν ζούσε πια, ο Γκάλης είχε αποσυρθεί εκών άκων, ο Οσκαρ ήταν 38 ετών, ο Γιαννάκης 37. Το πλήρωμα του χρόνου είχε φτάσει και για τους δύο. Τα έφερε έτσι η μοίρα, ώστε ο τελευταίος αγώνας του Ολυμπιακού τουρνουά να είναι για Ελλάδα και Βραζιλία βαθμολογικά αδιάφορος: κατάταξη για την 5η και 6η θέση.
Κερδίσαμε 91-72 με 35 πόντους και 8/10 τρίποντα του Γιώργου Σιγάλα, φάγαμε και μπουγέλο από τους παίκτες της Εθνικής πάνω στο μπιζάρισμα εμείς οι λίγοι δημοσιογράφοι που ήμασταν εκεί, αλλά η βραδιά τελείωσε με ζουμιά. Την ίδια στιγμή που ο Οσκαρ Σμιντ (21 πόντοι, 5/17 τρίποντα) χανόταν συγκινημένος στις αγκαλιές των συμπαικτών του, οι παίκτες της ελληνικής ομάδας αποχαιρετούσαν μέσα στα αποδυτήρια το δικό τους ζωντανό ίνδαλμα.
Η φανέλα με τον αριθμό 6 και το όνομα GIANNAKIS έμεινε ακουμπισμένη σε μια καρέκλα σαν αδειανό πουκάμισο και το αντίγραφό της -που φορούσα ως γούρικο φυλαχτό και στη Ρίγα- είναι από τα πιο πολύτιμα αποκτήματα στη συλλογή μου. Ναι, μαζί με τη φωτογραφία που συνοδεύει αυτό το κείμενο.
Ο Όσκαρ Ντανιέλ Μπεζέρα Σμιντ (σωστότερα: Οσκάρ Σμιτ) αποδήμησε σε ηλικία μόλις 68 ετών, νικημένος αν και ανίκητος, αθάνατος στο πανθεον των βραζιλιάνων ηρώων δίπλα στον Πελέ, τον Γκαρίντσα και τον Σένα, θνητός δυστυχώς παρ’ όλο που στα μάτια μας έμοιαζε άτρωτος, και άφησε πίσω του μόνο θαυμαστές και φίλους. Ένα πραγματικό ποίμνιο.
Πέρα από σκόρερ και σουτέρ διαγαλαξιακού επιπέδου, ήταν ένας ηγέτης με ταπεινό βλέμμα, ένας πολεμιστής από εκείνους που σου έλεγαν «πάμε στη μάχη» και ξεκινούσες χωρίς δεύτερη κουβέντα. Το παγκόσμιο μπάσκετ θρηνεί έναν από τους λίγους αθλητές που ήταν μεγαλύτεροι και από το άθλημα, μεγαλύτεροι και από τη ζωή.

















