Ο Νίκος Παπαδογιάννης αποχαιρετάει τον Ντον Νέλσον και βυθίζεται σε γλυκόπικρες αναμνήσεις.
Η μορφή και το όνομα του μακαριστού Ντον Νέλσον, που αποχαιρέτησε αυτόν τον μάταιο κόσμο στην τρυφερή ηλικία των 86 ετών, θα μου θυμίζουν για πάντα φυστικοβούτυρο, μπίρα και λευκή μοκέτα. Η εξήγηση, για λοποιον βιάζεται, στο τέλος του κειμένου. Ενδιάμεσα, θα μιλήσουμε λίγο για μπάσκετ.
Την άνοιξη του 1991, καθ’ οδόν προς την εκθρόνιση των Πίστονς, τον πρώτο θρίαμβο του Μάικλ Τζόρνταν και το φινάλε του διπόλου Μάτζικ και Μπερντ, ένα από τα φαβορί της πανίσχυρης δυτικής Περιφέρειας ήταν οι Σαν Αντονιο Σπερς, πρωταθλητές της Μίντγουεστ με ρεκόρ 55-27 και δεύτεροι στη Δύση πίσω από τους Μπλέιζερς.
Πριν αρχίσετε τα «ως συνήθως» και τα χασμουρητά, σας επισημαίνω ότι το ’91 οι Σπερς δεν είχαν ξεκινήσει ακόμη η συλλογή τίτλων, αφού ο Τιμ Ντάνκαν ήταν μόλις 15 ετων, ο Ντέιβιντ Ρόμπινσον (θαυματουργός, αλλά) δευτεροετής, o δε Γκρεγκ Πόποβιτς βοηθός του Λάρι Μπράουν.
Στον πρώτο γύρο των πλέι-οφ, οι Σπερς βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους Γκόλντεν Στέιτ Γουόριορς που με ρεκόρ 44-38 προέρχονταν από τα μικρομεσαία στρώματα της βαθμολογίας και είχαν προπονητή τον Ντον Νέλσον. Οι Γουόριορς δεν είχαν ψηλό ούτε για δείγμα και έμοιαζαν άμαχος πληθυσμός, αλλά έκλεβαν τις καρδιές των τηλεθεατών με το γρήγορο και θεαματικό παιχνίδι τους.
Αυτό που αργότερα το ίδιο Γκόλντεν Στέιτ μετέτρεψε σε επιστήμη του σύγχρονου μπάσκετ με αιχμή τους Splash Brothers, οι Γουόριορς των αρχών της δεκαετίας του ’90 το λανσάρισαν διά χειρός Ντον Νέλσον σαν ρηξικέλευθο πείραμα που αποδείχθηκε εικόνα από το μεθαύριο.
«Run TMC», τους βάφτισε ο Τύπος της εποχής: «Τ» από το μικρό όνομα του Τιμ Χάρνταγουεϊ, «Μ» από τον Κρις Μάλιν, «C» από τον Μιτς Ρίτσμοντ και «run» όπως λέμε τρεχάτε καλά μου πόδια. Τρέχουμε σαν να μας έβαλαν νέφτι, σουτάρουμε σαν να μην υπάρχει αύριο και όπου μας βγάλει.
Ναι, αλλά με τρεις παιχταράδες γκαρντ στην καρδιά των γεγονότων. Και με έναν τέταρτο, τον εξαίρετο Σαρούνας Μαρτσουλιόνις, να παίζει πολλές φορές στο «4». Ποιος να τους προλάβει, τους τρεις υπερηχητικούς σωματοφύλακες που στην πραγματικότητα ήταν τέσσερις;
Ωραία όλα αυτά, αλλά αντίδοτο για το θηρίο Ρόμπινσον, που ήταν μία άμυνα μόνος του και μία επίθεση μόνος του, ήδη Αll-NBA με διαστημικούς μέσους όρους, δεν υπήρχε. Ώσπου, ο τετραπέρατος Νέλσον, ένας οραματιστής του μπάσκετ όπως ταίριαζε σε πνευματικό τέκνο του Ρεντ Άουερμπακ, σκαρφίστηκε κάτι εκπληκτικό. Έβαλε τον σέντερ του (τον «ξυλοκόπο» Τομ Τόλμπερτ) να στήνει περίπτερο στη σέντρα όταν οι Γουόριορς είχαν τη μπάλα!
Με δεδομένη την κάθετη απαγόρευση στις άμυνες ζώνης, ο «Ναύαρχος» Ρόμπινσον αναγκαζόταν να ακολουθήσει τον προσωπικό αντίπαλό του 10-12 μέτρα μακριά από το καλάθι, οπότε το κουαρτέτο των δαιμόνων έπαιζε «τέσσερις εναντίον τεσσάρων». Πότε πότε μάλιστα οι Γουόριορς εμφανίζονταν στο παρκέ χωρίς «πεντάρι», αφού την πεντάδα συμπλήρωνε ένας πέμπτος γκαρντ, ο μετρ της άμυνας Μάριο Έλι.
Ο Λάρι Μπράουν δεν είχε τη δυνατότητα να αλλάξει τα μαρκαρίσματα, διότι ο Ρόμπινσον των 2,16 μ. δεν μπορούσε να παίξει προσωπική άμυνα ούτε τον Ρίτσμοντ ούτε τον Μάλιν ούτε τον Χάρνταγουεϊ ούτε τον Έλι ούτε τον Λιθουανό με το δύσκολο όνομα. Σκόραρε πάνω απ’ τα κεφάλια, βέβαια, αλλά τον δυσκόλευαν πολύ όλοι αυτοί οι κοντοπίθαροι που μπλέκονταν μέσα στα πόδια του.
Κάπως έτσι, το κραυγαλέο αβαντάζ των Σπερς εξουδετερώθηκε και ο Ντον Νέλσον πήρε την ταυτότητα του προπονητή που έμελλε αργότερα (2004) να οδηγήσει τους Πίστονς στη μεγάλη επιστροφή. O «Νέλι» δεν κέρδισε ποτέ δαχτυλίδι στους πάγκους, αλλά αναδείχθηκε τρεις φορές Προπονητής της Χρονιάς. Και στα νιάτα του κατέκτησε πέντε πρωταθλήματα με την πράσινη φανέλα των Σέλτικς.
Οι ασυγκράτητοι Γουόριορς του 1991 άλωσαν το Σαν Αντόνιο στο δεύτερο ματς, κέρδισαν τα δύο επόμενα στην έδρα τους και προκρίθηκαν με σκορ 3-1 και με μέσο σκοράρισμα 113 πόντους, τον καιρό που οι Μπουλς κέρδιζαν με 85-90, αν όχι λιγότερους.
Τα επί μέρους σκορ της σειράς: 121-130, 111-98,109-106, 110-97. Αμέσως μετά, οι Γουόριορς παραδόθηκαν με 4-1 στους Λέικερς και στον Μάτζικ Τζόνσον, οι οποίοι δεν ήταν το ίδιο δύσκαμπτοι με τους Σπερς ούτε είχαν θηρίο τύπου Ρόμπινσον, οπότε μπορούσαν άνετα να ακολουθήσουν τα χαμηλά σχήματα και τα υψηλά οκτάνια.
Αλλά ο Ντον Νέλσον είχε κάνει το κομμάτι του. Οι περίφημοι «Run TMC», με το αρκτικόλεξο που παραπέμπει στους πιονιέρους της ραπ RUN DMC, σκόρπισαν το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς με τη φυγή του Μιτς Ρίτσμοντ. O Στεφ Κάρι ήταν τότε μπόμπιρας 3,5 ετών και ακολουθούσε τον μπαμπά του, Ντελ, στους αγώνες των Σάρλοτ Χόρνετς.
Οι αγώνες της σειράς Σπερς-Γουόριορς ξεκινούσαν κατά κανόνα στις 22.30 ώρα ανατολικής ακτής, ιδίως τα Σαββατοκύριακα όταν το ΝΒC στρίμωχνε στο πρόγραμμά του τέσσερις απανωτούς αγώνες του πρώτου γύρου των πλέι-οφ.
Σε κάποιο φιλόξενο σπίτι της Βοστώνης, ο πατέρας αναπαυόταν για να αντέξει τον γολγοθά που είχε μπροστά του. «Θα έρθω αργότερα για ύπνο, θέλω να δω το μπάσκετ», έλεγε ο γιος και άραζε στη λευκή μοκέτα του σαλονιού .
Προτού η οικοδέσποινα, η κυρία Φούλα αποσυρθεί, εξαφανιζόταν για λίγα λεπτά στην κουζίνα. Όταν επέστρεφε, κρατούσε πάντοτε στα χέρια της ένα σάντουιτς με peanut butter και μία κρύα μπίρα. «Αν είχε χάκι η τηλεόραση, θα καθόμουν μαζί σου να το δούμε», έλεγε. «Μη ξενυχτήσεις όμως, το πρωί πρέπει να πάτε νωρίς στο νοσοκομείο». Έτσι έλεγαν το χόκεϊ οι Ελληνοαμερικανοί της Νέας Αγγλίας, «χάκι».
«Στάσου να σε βγάλω μια φωτογραφία να μας θυμάσαι», μου φώναξε από το ησυχαστήριό του ο κύριος Στάθης. Στην οθόνη της τηλεόρασης, εμφανιζόταν η μορφή του Ντον Νέλσον με εκείνο το βλέμμα που σπινθηροβολούσε. Σήμερα πια, τριανταπέντε χρόνια αργότερα, φτερουγίζουν όλοι τους χωρίς σκοτούρες.

















