Το ρομπότ με τα ξανθά μαλλιά


Ο Νίκος Παπαδογιάννης θυμάται τον μοναδικό Αργεντινό αθλητή που έχει παγωμένο αίμα. Αυτόν που μας έκλεισε το σπίτι στον Ολυμπιακό προημιτελικό του 2004 στην Αθήνα.

Έχετε δει ποτέ στη ζωή σας Αργεντινό αθλητή που να μην είναι θερμόαιμος, σαν τους ποδοσφαιριστές που αμαύρωσαν τον προχθεσινό τελικό του Μουντιάλ; Εγώ έναν και μόνο έναν. Το όνομα του και το παρουσιαστικό του βέβαια είναι αρκετό για να βάλει κάποιον σε υποψίες. Τι σόι Αργεντινός είναι αυτός που έχει κατάξανθα μακριά μαλλιά σαν Σουηδός χίππης και γερμανοπρεπές ονοματεπώνυμο σαν απόγονος εγκληματιών πολέμου;

Αλλά έτσι είναι οι Αργεντινοί. Έθνος Ευρωπαίων μάλλον εποίκων παρά μεταναστών, κατά κανόνα λευκών, με ρίζες και στοιχεία ταυτότητας από την Ιταλία ή την Ισπανία. Τους περισσότερους τους λένε Γκονζάλες, Φερνάντες, Μαρτίνες (χωρίς –θ στην κατάληξη όλα αυτά, για να ξεχωρίζουν από τους κονκισταδόρες) ή και Ντελφίνο και Τζινόμπιλι. Και φυσικά Μέσι, απόγονος Ιταλού μετανάστη από την επαρχία Μάρκε της Αδριατικής.


 
   

Όταν στην Αργεντινή βλέπεις κάποιον μεστίζο που κατά το ήμισυ κατάγεται από αυτόχθονες ιθαγενής άλλης εποχής, το καταλαβαίνεις από το σκούρο δέρμα, από την ατίθαση φύση, συνήθως και από τη φτώχεια. Σαν να λέμε, Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Ο Μαραντόνα και ο Μέσι είναι το γιν και το γιανγκ μιας χώρας που στις περισσότερες περιπτώσεις κρύβει στις φλέβες της μόνο γιν. Γι’ αυτό και δεν την πολυχωνεύουν οι γείτονές της στη Νότια Αμερική.

Δεν αφορά όμως τον Μέσι αυτό το σημείωμα ούτε τον Μαραντόνα. Ούτε καν τον Μάνου Τζινόμπιλι.

Όταν πέρασα τη γνώριμη πόρτα του κλειστού του ΟΑΚΑ, για τον προημιτελικό των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, Ελλάδα-Αργεντινή, μου ήρθε στα ρουθούνια μυρωδιά αρένας. Σε τέτοια ατμόσφαιρα, δεν γλιτώνει κανείς, σκέφτηκα. Ήταν όμως η εποχή της αλυσίδας των χαμένων προημιτελικών, αυτή που έμελλε να κλειδωθεί στο χρονοντούλαπο έναν χρόνο αργότερα στο Βελιγράδι.

Η Εθνική Ελλάδας του 2004 ήταν σχεδόν απαράλλαχτη με την Εθνική Ελλάδας του 2005, αλλά της έλειπαν ακόμη η ωριμότητα και το μέταλλο. Απέναντί της, παρατάχθηκαν οι πολεμιστές από τη Νότια Αμερική. Αυτοί που σου προξενούν τρόμο ακόμα και όταν δεν έχουν στον ήλιο μοίρα.

Τον Τζινόμπιλι, που νωρίτερα είχε ρεζιλέψει τους Σέρβους του Ομπράντοβιτς με εκείνη την “παλομίτα”, κουτσά στραβά τον σταμάτησαν οι δικοί μας. Το στραβό ξεκίνημα ίσιωσε γρήγορα και ένα σερί 14-0 έφερε την ελληνική ομάδα στο 35-27, σε ματς όπου οι πόντοι έμπαιναν με μπουκωμένο σταγονόμετρο. Οι αισιόδοξοι άρχισαν δειλά να πιστεύουν στη νίκη. Εγώ, πάλι, όχι. Την Αττάλεια και την Ντιζόν τις ένιωθα ακόμη στο πετσί μου.

Οι Αργεντινοί άρχισαν να πιέζουν τους δικούς μας στα τέσσερα τέταρτα του γηπέδου. Εμένα μου φαίνονταν πέντε τα τέταρτα, ίσως και έξι. Το ίδιο και στους Έλληνες παίκτες. Ξαφνικά, το παρκέ φάνταζε μικρότερο. Ο ορίζοντας, χαμηλότερος. Το καλάθι, στενότερο. Η περιφερειακή όραση, πιο περιορισμένη. Τα χέρια, τρεμάμενα. Τα νεύρα, τεντωμένα.

Το πρώτο λάθος έφερε το τρίτο. Το δεύτερο άστοχο τρίποντο έφερε το τέταρτο. Ένα φαλτσοσφύριγμα, μία τεχνική ποινή, δύο χαμένοι πόντοι, αιμορραγία στο σταγονόμετρο. Η εξέδρα κόχλαζε, αλλά οι Λατινοαμερικάνοι γεννιούνται μέσα σε ηφαίστεια και δεν χαμπαριάζουν.

Ο Τζινόμπιλι βγήκε για να βρει ανάσα, αλλά στη θέση του μπήκε ένα παλικάρι που 13 μήνες νωρίτερα είχε χάσει τη μάνα, την αρραβωνιαστικιά, την αδελφή του και δύο στενούς φίλους σε ένα τρομερό τροχαίο. Σαν να μην ήταν αρκετό αυτό το αβάσταχτο χτύπημα του κισμέτ, ο Βάλτερ Χέρμαν έχασε και τον χαροκαμένο μπαμπά του, ο οποίος πέθανε από τον καημό ανήμερα της επετείου της τραγωδίας: 18 Ιουλίου 2004.

Ο γιος, που τότε ετοιμαζόταν για το ταξίδι στην Αθήνα, κληρονόμησε το παγωμένο αίμα του Γερμανού πατέρα. Ο ξανθομάλλης Χέρμαν έβαλε τέσσερις καλαθάρες σε ρυθμό προπόνησης, ενώ γύρω του τα σίδερα έλιωναν. Πώς είναι δυνατόν; Ποιος αντέχει να μείνει όρθιος μετά από τέτοια συμφορά και ποιο ακριβώς υγρό τρέχει στις φλέβες του;

Η Αργεντινή ισοφάρισε 53-53 και το ξανθό ρομπότ με τα κατασπαραγμένα σωθικά επέστρεψε στον πάγκο με γυάλινο βλέμμα. Τα μαλλιά του ήταν χρυσά, ασορτί με το μετάλλιο που τον περίμενε τέσσερις μέρες αργότερα. Βάλτερ Χέρμαν, το γερμανικότερο από τα γερμανικά ονόματα. Από αυτόν περιμέναμε, οι αφελείς, να κιοτέψει…

Στο τέλος πανηγύρισαν ο Τζινόμπιλι, ο Σκόλα (που μας αποτελείωσε με δύο εύστοχες βολές), ο Ντελφίνο, ο Noσιόνι, ο Σκονοκίνι, ο Πέπε Σάντσες: 64-69 το τελικό σκορ. Ο χαροκαμένος Χέρμαν δεν είχε κουράγιο ούτε για να χαμογελάσει. Οι συμπαίκτες του του αφιέρωσαν την πρόκριση, αλλά και τον θρίαμβο που ακολούθησε, στον τελικό με την Ιταλία. Ο ίδιος δεν εμφανίζεται καν στις πανηγυρικές φωτογραφίες.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, όταν οι Αργεντινοί μας έβαλαν μία πανομοιότυπη τρικλοποδιά στο Πεκίνο (78-80), με ίδια σχεδόν ομάδα, ο Χέρμαν δεν είχε κληθεί στην Εθνική, αφού αγωνιζόταν στο ΝΒΑ με τους Πίστονς. Θα τον είχαμε βρει αντίπαλο και στον τελικό του Μουντομπάσκετ του 2006 στη Σαϊτάμα, αλλά οι Αργεντινοί έχασαν στο φινάλε του ημιτελικού από τους ακόμη αστεφείς Ισπανούς και εμείς πανηγύριζαμε προκαταβολικά το χρυσό που δεν πήραμε ποτέ!

Toν συναντήσαμε μία τελευταία φορά τον Χέρμαν, 35άρη πια, δέκα χρόνια μετά την Αθήνα, το 2014 στη Σεβίλλη, με νικήτρια αυτή τη φορά την ελληνική ομάδα: 79-71 στην πρώτη φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Στα 12 από τα 21 λεπτά της συμμετοχής του, εκείνο το βράδυ, ο Χέρμαν ήταν αντιμέτωπος με ένα 19χρονο νεούδι που άκουγε στο στριφνό όνομα Γιάννης Αντετοκούνμπο.

Σήμερα ο Βάλτερ Χέρμαν είναι 47 ετών και είναι παντρεμένος με Σπανιόλα. Δεν γνωρίζω με τίνος το μέρος είχε ταχθεί η οικογένεια στον προχθεσινό τελικό του Μουντιάλ, ούτε πώς την πήρε την ήττα ο παγερός ήρωας της Αθήνας. Υποθέτω ότι απλά άλλαξε κανάλι. Αν μη τι άλλο, αυτός ξέρει καλά ότι στη ζωή υπάρχουν και πολύ, πολύ, πολύ, πολύ χειρότερα από μία ήττα στη μπάλα. Την παραμονή του τελικού, όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα, πήγε και προσκύνησε τέσσερις τάφους.

Ο Βάλτερ Χέρμαν



Πηγή

 

Η Γαλλία απαγόρευσε με νόμο τα social media για παιδιά κάτω των 15 ετών

Το κοινοβούλιο στη Γαλλία ενέκρινε οριστικά το νομοσχέδιο...