Από «Βασιλιάς» της Τουρκίας στην εξορία! O Χακάν Σουκούρ μιλά για διώξεις, χαμένη περιουσία και μια πατρίδα που νοσταλγεί.
Κάποτε ήταν ο «Kral», ο «Βασιλιάς» του τουρκικού ποδοσφαίρου. Ο άνθρωπος που συνέδεσε το όνομά του με τις μεγαλύτερες στιγμές της Γαλατασαράι, φόρεσε 112 φορές τη φανέλα της εθνικής Τουρκίας και πέτυχε 51 γκολ. Σήμερα, ο Χακάν Σουκούρ ζει χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα του, στην Καλιφόρνια, έχοντας αφήσει πίσω του όχι μόνο μία τεράστια ποδοσφαιρική καριέρα, αλλά και μία ζωή που, όπως υποστηρίζει, διαλύθηκε μετά τη σύγκρουσή του με την εξουσία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Σε μία σπάνια και εκτενή εξομολόγηση στο «France Football», ο άλλοτε κορυφαίος επιθετικός περιέγραψε όσα έζησε μετά την είσοδό του στην πολιτική, τη ρήξη με το κυβερνών AKP και την αναχώρησή του από την Τουρκία. Από την αρχή της συζήτησης ξεκαθάρισε ότι ήθελε να μιλήσει χωρίς περιορισμούς.
«Είμαι έτοιμος να τα πω όλα. Ο κόσμος πρέπει να ξέρει τι ζω. Δεν είναι μυθοπλασία, είναι πραγματικότητα. Αν θέλετε μεγάλες απαντήσεις, θα τις έχετε. Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, μπορώ να μείνω εδώ για ώρες», ανέφερε.
Ο Σουκούρ μπήκε στην πολιτική το 2011, όταν εξελέγη βουλευτής με το AKP. Όπως υποστηρίζει σήμερα, αρχικός του στόχος ήταν να βοηθήσει στην ανάπτυξη του τουρκικού αθλητισμού και ειδικότερα του ποδοσφαίρου.
«Η Τουρκία είχε μείνει πολύ πίσω στο ποδόσφαιρο. Εμείς δεν είχαμε τίποτα αντίστοιχο. Είχα πολλά σχέδια στο μυαλό μου για να το αλλάξω αυτό», θυμάται.
Η σχέση του με τον Ερντογάν ήταν τότε καλή. Οι δύο άνδρες γνωρίζονταν προσωπικά, ενώ ο Ερντογάν είχε τελέσει ακόμη και τον πρώτο γάμο του Σουκούρ το 1995.
«Τότε τα πηγαίναμε καλά. Δεν ήταν ο άνθρωπος που έγινε αργότερα», λέει σήμερα.
Σύμφωνα με τον Σουκούρ, είχε συζητηθεί ακόμη και το ενδεχόμενο να αναλάβει το υπουργείο Αθλητισμού, προκειμένου να εφαρμόσει τις ιδέες του. Αυτό δεν συνέβη ποτέ.
«Τελικά έδωσε τη θέση στον γαμπρό του. Με έκανε υποψήφιο και εξελέγην βουλευτής, μακριά από το ποδόσφαιρο. Κατάλαβα γρήγορα ότι είχε χρησιμοποιήσει τη δημοτικότητά μου και την εικόνα μου για να εξασφαλίσει το πολιτικό του μέλλον και να συγκεντρώσει ψήφους. Είδα τις πιο σκοτεινές πλευρές της πολιτικής», υποστηρίζει.
Ο παλαίμαχος επιθετικός αποχώρησε από το κόμμα το 2013 και στη συνέχεια βρέθηκε αντιμέτωπος με σοβαρές κατηγορίες από τις τουρκικές αρχές, μεταξύ άλλων για σχέσεις με το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν. Ο ίδιος απορρίπτει κατηγορηματικά ότι υπήρξε μέλος του κινήματος.
«Πάντα με συνέδεαν με τον Γκιουλέν επειδή είχα πει ότι εκτιμούσα τις ιδέες του για την ανεκτικότητα και τη συνύπαρξη. Όμως δεν υπήρξα ποτέ γκιουλενιστής. Δεν υπήρξα ποτέ μέλος του κινήματός του», υποστηρίζει.
Για την αποχώρησή του από το AKP λέει ότι αποτέλεσε προσωπική πολιτική επιλογή: «Αποφάσισα να παραιτηθώ, όπως και άλλοι βουλευτές, ως αντίδραση σε όσα είχαν αποκαλυφθεί. Δεν ήθελα να συνδεθώ με αυτά. Τίποτε περισσότερο».
Μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εις βάρος του και η επιστροφή στην Τουρκία έγινε ουσιαστικά αδύνατη.
«Ήμουν έτοιμος να υπερασπιστώ τον εαυτό μου ενώπιον των τουρκικών δικαστηρίων, αν είχα τη δυνατότητα να δικαστώ δίκαια. Δυστυχώς, αυτό ήταν αδύνατο», υποστηρίζει.
Και συνεχίζει: «Η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να αποδείξει όσα μου καταλογίζει. Το μόνο που έκανα ήταν να αντιδράσω σε όσα θεωρούσα πραγματικές αδικίες και να παραιτηθώ».
Κατά τον ίδιο, η τεράστια δημοτικότητά του ως ποδοσφαιριστή έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε όσα ακολούθησαν: «Με χρησιμοποίησαν, τον πιο γνωστό Τούρκο ποδοσφαιριστή της χώρας, για να σπείρουν τον φόβο και να δείξουν ότι μπορούν να στραφούν εναντίον οποιουδήποτε».
«Μου πήραν όσα κέρδισα με τον ιδρώτα μου»
Η ζωή του στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχε καμία σχέση με εκείνη ενός ανθρώπου που υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιρικούς αστέρες της χώρας του.
Μετά την αποχώρησή του από την Τουρκία, όπως αφηγείται, οι τραπεζικοί λογαριασμοί του μπλοκαρίστηκαν και περιουσιακά στοιχεία που είχε στη χώρα κατασχέθηκαν.
«Με έβρισαν, με συκοφάντησαν. Μπήκαν στο σπίτι μου και κατάσχεσαν τα υπάρχοντά μου, τις ιδιοκτησίες μου, όλα όσα κέρδισα με τον ιδρώτα μου. Υπάρχουν άνθρωποι μέσα στα διαμερίσματά μου και δεν ξέρω καν ποιοι είναι. Δεν παίρνω πλέον τίποτα από αυτά. Μου τα πήραν όλα», καταγγέλλει.
Η φυγή προς τις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, μονόδρομος. «Έπρεπε να φύγουμε. Εδώ, στις Ηνωμένες Πολιτείες, μπορείς να εκφράσεις τη γνώμη σου χωρίς φόβο. Ήθελα επίσης τα παιδιά μου να είναι ελεύθερα, ανεξάρτητα και να γνωρίσουν άλλους πολιτισμούς. Όμως τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα».
Ακόμη πιο επώδυνη ήταν η κατάσταση της οικογένειάς του. Όπως καταγγέλλει, μετά την πολιτική ρήξη η επιχείρηση της συζύγου του έγινε στόχος επιθέσεων, τα παιδιά του αντιμετώπισαν παρενοχλήσεις και απειλές έφτασαν μέχρι το σπίτι τους.
Η πιο σκληρή στιγμή αφορούσε τον πατέρα του, ο οποίος έπασχε από καρκίνο και συνελήφθη στην Τουρκία. Ο Σουκούρ υποστηρίζει ότι η φυλάκισή του χρησιμοποιήθηκε ως μέσο πίεσης προκειμένου ο ίδιος να επιστρέψει.
Χακάν Σουκούρ: Όταν ο Ερντογάν… πλήγωσε τον Ταύρο του Βοσπόρου
«Ήταν εντελώς αθώος και δεν είχε καμία σχέση με όλα αυτά. Τον πήραν όμηρο και τον έβαλαν στη φυλακή», αναφέρει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, λίγο μετά τη σύλληψη του πατέρα του τού μεταφέρθηκε ένα ξεκάθαρο μήνυμα: «Μου είπαν: “Αν έρθεις εδώ και μιλήσεις όπως θέλουμε εμείς, θα απελευθερώσουμε τον πατέρα σου και θα σου επιστρέψουμε όλη την περιουσία σου”. Αυτό με εξοργίζει».
Περισσότερα από δέκα χρόνια αργότερα, δεν έχει καταφέρει να ξαναδεί τους γονείς του. Η επικοινωνία με τη μητέρα του γίνεται περιστασιακά μέσω βιντεοκλήσης, ενώ ο πατέρας του αντιμετωπίζει πλέον σοβαρά προβλήματα μνήμης.
«Με τον πατέρα μου είναι πιο δύσκολα. Πάσχει από μία μορφή άνοιας, κοντά στη νόσο Αλτσχάιμερ. Δεν θυμάται σχεδόν τίποτα. Η φυλακή και όλη αυτή η ιστορία τον επηρέασαν βαθιά. Μερικές φορές με περνά για τον γιο της μεγαλύτερης αδελφής μου».
Στα χρόνια της εξορίας έχασε και άλλα αγαπημένα του πρόσωπα, χωρίς να μπορεί να επιστρέψει στην Τουρκία. «Δεν μπόρεσα ούτε να πάω στο νεκροταφείο για να τους αποχαιρετήσω. Ακόμη και σήμερα με στοιχειώνει η σκέψη ότι μπορεί να χάσω κάποιον που αγαπώ βαθιά και να μην μπορώ να βρίσκομαι δίπλα του».
«Ήταν ζήτημα τιμής και υπερηφάνειας»
Ο Σουκούρ ισχυρίζεται ότι όλα αυτά τα χρόνια υπήρχαν τρόποι να επιστρέψει στην Τουρκία, αλλά με όρους που ο ίδιος δεν μπορούσε να δεχτεί. «Είχα δύο επιλογές. Είτε να υποταχθώ και να σιωπήσω, όπως πολλοί άλλοι, είτε να αντέξω και να συνεχίσω να εκφράζω την αντίθεσή μου».
Όπως υποστηρίζει, «αν είχα αποφασίσει να υποστηρίξω τον Τούρκο πρόεδρο, θα μπορούσα να επιστρέψω. Όμως ήταν ζήτημα τιμής και υπερηφάνειας. Αν το είχα κάνει, δεν θα μπορούσα να κοιτάξω τα παιδιά μου στα μάτια. Η απόφασή μου μού κοστίζει ακριβά, αλλά αγαπώ τη δημοκρατία, την ισότητα και τα ανθρώπινα δικαιώματα», προσθέτει.
Από τα γήπεδα, στο Uber και σε ένα μικρό καφέ
Στην Καλιφόρνια χρειάστηκε να ξαναχτίσει τη ζωή του σχεδόν από το μηδέν. Εργάστηκε για μικρό διάστημα ως οδηγός Uber, πούλησε βιβλία και διάφορα αντικείμενα μέσω διαδικτύου και ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ.
«Έπρεπε να εξασφαλίσω τα απαραίτητα για την οικογένειά μου», λέει. Μαζί με τη σύζυγό του επένδυσε κάποια στιγμή σε ένα καφέ-αρτοποιείο. Ο άλλοτε σταρ της Γαλατασαράι βρέθηκε να ετοιμάζει ροφήματα, να πλένει πιάτα και να εργάζεται στο ταμείο από το πρωί μέχρι το βράδυ.
«Είναι δύσκολο να πρέπει να ξαναρχίσεις τη ζωή σου από το μηδέν όταν κάποτε είχες τα πάντα, όταν είχες τη δυνατότητα να αποκτήσεις όχι μόνο όσα χρειαζόσουν αλλά ακόμη και τα περιττά».
Παράλληλα, όμως, θυμάται ότι η φτώχεια δεν του ήταν εντελώς άγνωστη. «Δεν μεγάλωσα με πολλά χρήματα. Υπήρχαν εποχές που πουλούσα ακόμη και ηλιόσπορους για να κερδίσω λίγα χρήματα. Είχα ξαναγνωρίσει αυτή την κατάσταση».
Η επιχείρηση τελικά δεν άντεξε. Το ζευγάρι αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει έπειτα από μερικούς μήνες, καθώς συσσωρεύονταν τα χρέη. Παράλληλα, ο Σουκούρ λέει ότι άγνωστοι άρχισαν να εμφανίζονται έξω από το κατάστημα. «Κάποιοι άρχισαν να έρχονται, να στέκονται έξω από το μαγαζί και να το φωτογραφίζουν».
Η οικογένεια, όπως λέει, χρειάστηκε ακόμη και να απευθυνθεί σε υπηρεσία ασφαλείας στις ΗΠΑ. «Μας ενοχλούσαν, έβαζαν πολύ δυνατά τουρκική μουσική. Ήταν παράξενο».
Η προσπάθεια να «σβήσει» το όνομά του
Ένα από τα πράγματα που τον πληγώνουν περισσότερο είναι όσα, σύμφωνα με τον ίδιο, έχουν συμβεί με την ποδοσφαιρική κληρονομιά του στην Τουρκία.
Το όνομά του απομακρύνθηκε από επίσημες αναφορές και χώρους, ενώ η Γαλατασαράι τον απέκλεισε από τις τάξεις των μελών της το 2017, σε μία περίοδο κατά την οποία κατηγορούνταν για σχέσεις με τον Γκιουλέν.
Ο Σουκούρ θεωρεί ότι δεν πρόκειται απλώς για μία πολιτική σύγκρουση, αλλά για προσπάθεια να εξαφανιστεί από τη συλλογική μνήμη της χώρας.
«Με χρησιμοποιούν για να σπείρουν τον φόβο στην κοινωνία. Κανείς δεν τολμά πλέον να εκφραστεί. Έχουν κάνει τους πάντες να σωπάσουν», υποστηρίζει.
Και προσθέτει: «Προσπαθούν να με σβήσουν από τη συλλογική μνήμη. Ο φασισμός είναι και η τέχνη της σιωπής».
Κι όμως, υπάρχουν πράγματα που δύσκολα διαγράφονται από την ιστορία. Παραμένει ο πρώτος σκόρερ της εθνικής Τουρκίας με 51 γκολ, ενώ στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002 πέτυχε απέναντι στη Νότια Κορέα το ταχύτερο γκολ στην ιστορία της διοργάνωσης, μόλις λίγα δευτερόλεπτα μετά τη σέντρα.
Το ποδόσφαιρο παραμένει το καταφύγιό του
Σήμερα έχει αποκτήσει Green Card και εξακολουθεί να ζει στην Καλιφόρνια. Μιλά για ποδόσφαιρο μέσω του καναλιού του στο YouTube και παραδίδει ατομικές προπονήσεις σε παίκτες της περιοχής.
Παίζει ακόμη και ο ίδιος ποδόσφαιρο για διασκέδαση. Μάλιστα, θυμάται γελώντας μία ιστορία από ένα ερασιτεχνικό τουρνουά στην Καλιφόρνια, όπου οι συμπαίκτες του δεν γνώριζαν ποιος ήταν.
Ο αρχηγός της ομάδας τον άφησε στον πάγκο. Στο ημίχρονο η ομάδα έχανε 2-0 και ένας φίλος του πρότεινε να μπει ο Σουκούρ στο παιχνίδι.
«Με έβαλε. Κερδίσαμε 3-2 και πέτυχα και τα τρία γκολ», θυμάται χαμογελώντας. «Μετά πήγε στον φίλο μου και τον ρώτησε ποιος είμαι. Αμέσως μετά ήρθε και μου ζήτησε συγγνώμη. Αλλά δεν πειράζει».
Το μεγάλο ποδοσφαιρικό του όνειρο είναι πλέον διαφορετικό: να δημιουργήσει τη δική του ακαδημία. «Το όνειρό μου είναι να παραμείνω μέσα σε αυτόν τον κόσμο που αγαπώ, να συμμετέχω και να συνεχίσω να προσφέρω σε αυτόν».
Παρά τη μοναξιά που παραδέχεται ότι αισθάνεται, επιμένει ότι δεν έχει χάσει την αισιοδοξία του. «Συχνά αισθάνομαι μόνος, αλλά είμαι τυχερός άνθρωπος. Έχω μία απίστευτη σύζυγο, είναι η ηρωίδα μου, και υπέροχα παιδιά». Και εξακολουθεί να μιλά για ένα ιδανικό που, όπως λέει, καθορίζει τη στάση του: «Ονειρεύομαι μία κουλτούρα συνύπαρξης, όπου διαφορετικές ιδέες μπορούν να ζουν μαζί». Πάνω απ’ όλα, όμως, υπάρχει μία επιθυμία που δεν έχει αλλάξει: να μπορέσει κάποτε να επιστρέψει στην Τουρκία.
Παρά όσα έχουν μεσολαβήσει και παρά το γεγονός ότι θεωρεί πως η εικόνα του έχει αλλοιωθεί στα μάτια μεγάλου μέρους της τουρκικής κοινωνίας, ο Σουκούρ εξακολουθεί να μιλά για την πατρίδα του με συναισθηματικό τρόπο.
«Είναι η χώρα μου. Ονειρεύομαι να επιστρέψω. Αγαπώ τον λαό μου, ακόμη κι αν η εικόνα που έχει για μένα έχει διαστρεβλωθεί. Ξέρω ότι στο τέλος υπάρχει φως».
















