Ο Αντώνης Καρπετόπουλος γράφει για το πως μια πιθανή σοβαρή ενδυνάμωση του ΠΑΟΚ και του Αρη στο μπάσκετ μπορεί να αλλάξει ό,τι στραβό έχουμε συνηθίσει στο ελληνικό πρωτάθλημα…
Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος στους τελικούς της Α1 γίνεται λόγος για την τοξικότητα του ελληνικού μπάσκετ. Συνήθως με τον όρο τοξικότητα βαφτίζουμε κάτι που κάνει ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος (αυτή την φορά μπήκε στο γήπεδο για να διαμαρτυρηθεί στους διαιτητές ενώ παιζόταν το ματς) και στο οποίο απαντάει ο Ολυμπιακός με δηλώσεις παραγόντων του, ανακοινώσεις κτλ. Μετά ο Παναθηναϊκός βρίσκει κάτι να πει (για τους διαιτητές κτλ) και ο καυγάς συνεχίζεται – ενίοτε όπως πέρυσι μπορεί και να καταλήξει και στα γραφεία Υφυπουργών, υπουργών κτλ. Όλα αυτά κατά την γνώμη μου έχουν να κάνουν πολύ και με κάτι απλό πέρα από χαρακτήρες παραγόντων και θεσμικές δυσκολίες: οφείλονται και στην απόλυτη έλλειψη ανταγωνισμού που χαρακτηρίζει αυτό που αποκαλούμε «πρωτάθλημα μπάσκετ». Μιλάμε για το μόνο πρωτάθλημα στο οποίο εδώ και καμιά εικοσαριά χρόνια ξέρεις πως αν ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκό βρίσκονται στην ίδια κατηγορία (το λέω γιατί κάποια στιγμή ο Ολυμπιακός από την Α1 έφυγε) θα το διεκδικήσουν αυτές οι ομάδες. Που μοιραία καταλήγουν να ασχολούνται η μία με την άλλη. Με κάθε δυνατό τρόπο. Επηρεάζοντας χάρη στην παντοδυναμία που νιώθουν λόγω έλλειψης ανταγωνισμού ακόμα και τις τηλεοπτικές μεταδόσεις πχ.
Υπό αυτό το πρίσμα ομολογώ πως παρακολουθώ με ενδιαφέρον αυτό που πάει να γίνει στην Θεσσαλονίκη με τον Αρη και τον ΠΑΟΚ. Διότι αν οι δύο αυτοί γίγαντες του ελληνικού μπάσκετ ξυπνήσουν και αποκτήσουν ομάδες ανταγωνιστικές (και μαζί δυναμώσει και η ΑΕΚ και σταματήσει να είναι ομάδα διερχομένων Αμερικάνων που ψάχνουν καλύτερα συμβόλαια) μπορεί να αποκτήσουμε ένα σοβαρό πρωτάθλημα, δηλαδή ένα πρωτάθλημα που ο τελικός του δεν θα είναι δεδομένος. Κι αυτό θα έχει αρκετές καλές συνέπειες. Ο Γιαννακόπουλος πχ αν θέλει να το κερδίζει θα πρέπει να τα βάλει με νέους εχθρούς και μάλλον θα αλλάξει στρατηγική: να μπαίνει μέσα σε όλα τα ματς μου μοιάζει ακόμα και για τον ίδιο δύσκολο. Και η ΕΡΤ δεν θα τρέμει ότι αν χάσει τον Παναθηναϊκό ή τον Ολυμπιακό δεν θα έχει τι να δείξει κι όλοι θα κάνουν την δουλειά τους: και οι κάμεραμαν και οι τηλεσκηνοθέτες και οι δημοσιογράφοι. Δεν ξέρω βέβαια πόσο είναι εφικτό να δυναμώσουν αληθινά ο Αρης κι ο ΠΑΟΚ: αλλά είναι η μόνη λύση.
Ο σημαντικός Βασίλης Σπανούλης
Πριν λίγες μέρες ανακοινώθηκε η επιστροφή του Βασίλη Σπανούλη στο ελληνικό πρωτάθλημα. Δεν χωρά αμφιβολία ότι είναι μια πολύ σημαντική είδηση. Ο Σπανούλης δεν είναι πλέον ο πρωτάρης προπονητής που δούλεψε κάποτε με επιτυχία στο Περιστέρι. Αν ο ομοσπονδιακός προπονητής και μέχρι πρόσφατα προπονητής της Μονακό αναλαμβάνει τον Άρη, αυτό από μόνο του σημαίνει ότι έχει πάρει εγγυήσεις ότι στον Αρη υπάρχει πλέον μια αληθινή διάθεση για επενδύσεις. Αν κάτι τέτοιο δεν υπήρχε, παρά την άριστη σχέση που έχει ο Σπανούλης με τον Νίκο Ζήση, δεν νομίζω ότι θα πήγαινε στη Θεσσαλονίκη. Αυτό το μαρτυρά και ο τρόπος που ολοκλήρωσε την συνεργασία του με την Μονακό. Εφυγε από εκεί όταν κατάλαβε ότι δεν υπάρχουν πλέον τα χρήματα που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν το project το οποίο έτρεχε τα τελευταία χρόνια. Κάποιος άλλος στην θέση του θα μπορούσε να μείνει εκεί και να παίρνει τα ωραία του χρήματα (έστω και με καθυστέρηση…) και να παρίστανε τον ήρωα που τους κρατάει όλους ενωμένους προσπαθώντας να φρενάρει την κατρακύλα της ομάδας: θα έπαιρνε πολλά μπράβο αλλά η Μονακό θα έπαιζε πάλι στα play off της Ευρωλίγκας με 8 παίκτες και θα κυνηγούσε θαύματα – δεν νομίζω ότι ειδικά του Σπανούλη του αρέσει να βρίσκεται στο τιμόνι μιας ομάδας χωρίς δυνατότητες διάκρισης. Τι του αρέσει; Να συνδέσει το όνομα του με μια ομάδα η οποία θα κάνει το μεγάλο βήμα μπροστά: για αυτό διάλεξε να πάει στην Μονακό, για αυτό ανέλαβε την Εθνική μας σε μια στιγμή που οι διακρίσεις ήταν άγνωστη λέξη και για αυτό το λόγο πιστεύω ότι είπε το ναι στον Άρη μετά από κάμποση σκέψη και μετά από εγγυήσεις.
Ο Έλληνας κόουτς δεν έχει κάνει μια συναισθηματική επιλογή, αλλά μια άκρως επαγγελματική επιλογή: ο Σπανούλης βλέπει ότι υπάρχουν προϋποθέσεις για να γίνει κάτι σπουδαίο. Το τι θα γίνει βέβαια θα το δούμε προσεχώς. Πέρσι η νέα του Άρη απάλλαξε τον σύλλογο από τα πολλά χρέη. Τώρα πρέπει να φτιάξει μια ομάδα με μεγαλύτερο μπάτζετ από το περσινό. Η δυσκολία είναι σαφώς διαφορετική. Αλλά δεν είναι δυσκολία του Σπανούλη: η παρουσία του Σπανούλη είναι λόγος για να γίνουν πράγματα κι όχι για να συζητάμε πόσο δύσκολα είναι. Ο Σπανούλης, αν δει ότι δεν τηρούνται οι δεσμεύσεις, θα τους αποχαιρετήσει και θα φύγει όπως έφυγε και από τη Μονακό. Από την άλλη αν υπάρχουν χρήματα που μπορούν να ικανοποιήσουν το όραμα του να φτιάξει μια ομάδα που να μπορεί να πρωταγωνιστήσει πραγματικά στην Ελλάδα και στην Ευρώπη είναι βέβαιο ότι θα δούμε ωραία πράγματα. Και σχετικά σύντομα.
Ο δρόμος του ΠΑΟΚ
Όπως ωραία πράγματα μπορούμε να δούμε και από τον ΠΑΟΚ: είναι θέμα χρόνου. Η άφιξη του Αντρέα Τρινκέρι δείχνει πως μετά από μια χρονιά που ο Τέλης Μυστακίδης έπρεπε να καταλάβει κάποια πράγματα, κινείται πλέον στην σωστή κατεύθυνση: έφερε ένα προπονητή από την Ευρωλίγκα για να φτιάξει μια ομάδα σαν αυτές που έφτιαξε στην Ευρωλίγκα – ο Τρινκέρι άλλη δουλειά δεν ξέρει. Οι πρώτες κινήσεις δείχνουν πως ο Ιταλός έχει στο μυαλό του τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό: αυτούς πρέπει να βλέπει σαν ανταγωνιστές κι όχι απλά το πως ο ΠΑΟΚ θα είναι καλός σε μια από τις πολλές ευρωπαϊκές λίγκες που θα πάρει μέρος. Προφανώς και στον ΠΑΟΚ θα χρειαστεί και να αξιοποιηθεί ο χρόνος με τον καλύτερο τρόπο και φυσικά να υπάρξει υπομονή. Αλλά αυτό που εγώ βλέπω είναι ότι υπάρχουν χρήματα και άνθρωποι που έχουν δείξει πως αυτά μπορεί να τα αξιοποιήσουν. Ο ΠΑΟΚ δεν θα ξεκινήσει του χρόνου από το μηδέν: έχει παίκτες να κρατήσει. Να συμπληρωθεί το παζλ πρέπει.
Η Ευρωλίγκα δυστυχώς δημιουργεί ένα πρόβλημα. Ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός για να την διεκδικήσουν όπως κάνουν χρόνια τώρα φτιάχνουν ομάδες για αυτή – ομάδες τόσο δυνατές που το ελληνικό πρωτάθλημα τους γίνεται εύκολο. Ακόμα κι αν χάσουν εδώ κάποιο ματς (ο Παναθηναϊκός φέτος δεν έχασε και λίγα) γνωρίζουν πως στο τέλος το βάθος του ρόστερ θα κάνει την διαφορά: φέτος ο Παναθηναϊκός έδωσε δυο σκληρά ματς με τον ΠΑΟΚ στους ημιτελικούς αλλά ποτέ δεν έφτασε κοντά στο να αποκλειστεί. Ωστόσο υπάρχει ένα δεδομένο που κάνει την δουλειά του Σπανούλη και του Τρινκέρι πολύ ενδιαφέρουσα: το δεδομένο είναι ότι ο περιορισμός των ξένων που μπορούν να αγωνίζονται στο ελληνικό πρωτάθλημα υποχρεώνει τον Παναθηναϊκό και τον Ολυμπιακό να αγωνίζονται στο πρωτάθλημα με ομάδες κατώτερες από αυτές με τις οποίες παίζουν στην Ευρωλίγκα: το βλέπουμε στους τελικούς όπου το μπάσκετ που παίζουν δεν συγκρίνεται με αυτό που βλέπουμε από τις ομάδες αυτές στην Ευρωλίγκα. Αυτό σημαίνει πως αν ο Σπανούλης και ο Τρινκέρι βρουν τους έξι κατάλληλους ξένους για το εγχείρημα μπορεί να φτιάξουν πολύ γρήγορα δυο ομάδες πολύ ανταγωνιστικές – Ελληνες έχουν ελάχιστους και ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός.
Για πρώτη φορά δεν είμαστε πολύ μακριά από το να αποκτήσουμε ένα πρωτάθλημα στο οποίο δεν θα είναι δεδομένο πριν αυτό αρχίσει ότι ο Παναθηναϊκός και ο Ολυμπιακός θα παίξουν στον τελικό. Κι αν αλλάξουν τα δεδομένα θα αλλάξουν όλα. Και θα σταματήσει να υπάρχει η τοξικότητα: τουλάχιστον αυτή που βλέπουμε. Θα μπουν στο χορό κι άλλοι. Κι ο σκοπός δεν θα είναι τι θα γίνει στους τελικούς αλλά πως θα έχεις μια αληθινά καλή ομάδα. Κι όχι μια που στην Ελλάδα έχει μόνο ένα αντίπαλο…

















