Ο Γιώργος Στράντζαλης γράφει για τον χρόνο που είχε ο Μιχάλης Γρηγορίου και την αξιολόγηση που αρχίζει με την επιστροφή στις επίσημες υποχρεώσεις.
Η διακοπή τελειώνει και μαζί της τελειώνει, σε μεγάλο βαθμό, και το βασικό επιχείρημα που συνόδευε τον Άρη στο πρώτο κομμάτι της σεζόν: ότι η ομάδα δεν είχε ακόμη τον χρόνο να δουλέψει με σχηματοποιημένο ρόστερ, όπως θα ήθελε ο Μιχάλης Γρηγορίου.
Αυτό δεν ήταν δικαιολογία χωρίς βάση. Ο Άρης μπήκε στη χρονιά με ένα ρόστερ που συνέχιζε να αλλάζει, με ποδοσφαιριστές που προστέθηκαν μέσα στον Αύγουστο και άλλους που ήρθαν ακόμη πιο αργά. Ο προπονητής έπρεπε ταυτόχρονα να διαχειρίζεται επίσημα παιχνίδια, αποκατάσταση, ταξίδια, επιλογές ενδεκάδας και την προσαρμογή παικτών που δεν είχαν προλάβει να δουλέψουν ουσιαστικά μαζί.
Οι τελευταίες εβδομάδες, με τη μεγάλη διακοπή, αποτέλεσαν την πρώτη πραγματική ευκαιρία για τον Γρηγορίου να έχει μπροστά του συνεχόμενο χρόνο, χωρίς την πίεση ενός αγώνα κάθε λίγες ημέρες και χωρίς την ανάγκη να προσαρμόζει συνεχώς το πρόγραμμα πάνω στον επόμενο αντίπαλο. Ήταν, με απλά λόγια, μία δεύτερη προετοιμασία μέσα στη σεζόν.
Σε αυτό το διάστημα ο Άρης δούλεψε σε πράγματα που είχε πραγματικά ανάγκη και είχαν ήδη φανεί μέσα από το ικανό δείγμα των οκτώ επίσημων αγώνων πριν από τη διακοπή. Στην ένταση και στη διάρκειά της, στην τακτική συνοχή, στην επιθετική λειτουργία και στην αποτελεσματικότητα όταν η ομάδα φτάνει στο τελευταίο τρίτο του γηπέδου. Παράλληλα, δόθηκε βάρος στην προσπάθεια να αποκτήσει το γκρουπ μεγαλύτερη σταθερότητα μέσα στα 90 λεπτά και να περιορίσει τις διακυμάνσεις που παρουσίασε στα πρώτα παιχνίδια.
Το ζήτημα της αποτελεσματικότητας, ειδικά, δεν ήταν λεπτομέρεια. Ο Άρης στα πέντε παιχνίδια του Πρωταθλήματος δημιούργησε αρκετά -77 τελικές στο σύνολο- χωρίς όμως να μετατρέψει αυτή την επιθετική δραστηριότητα σε γκολ με τη συχνότητα που χρειαζόταν. Και όταν μία ομάδα δυσκολεύεται να επιβραβεύσει τις καλές περιόδους της μέσα σε ένα παιχνίδι, τότε κάθε λάθος, κάθε κακή αντίδραση και κάθε χαμένη στιγμή αποκτούν μεγαλύτερο βάρος.
Γι’ αυτό και η δουλειά στη διακοπή δεν είχε μόνο φυσική διάσταση, ούτε περιορίστηκε στον τρόπο με τον οποίο θα βελτιωθεί η ένταση των παικτών στη διάρκεια ενός αγώνα. Είχε ξεκάθαρα και ποδοσφαιρικό χαρακτήρα, κυρίως ως προς το πώς οι παίκτες που μπήκαν αργότερα στη σεζόν θα αρχίσουν να καταλαβαίνουν καλύτερα τι ακριβώς ζητά το τεχνικό επιτελείο. Αυτό είναι και το μεγαλύτερο κέρδος που μπορεί να προκύψει από τη διακοπή: όχι μία θεαματική αλλαγή από τη μία ημέρα στην άλλη, αλλά περισσότερη συνοχή και ομοιογένεια.
Το ρόστερ του Άρη δεν στερείται λύσεων. Το αντίθετο. Υπάρχει ποιότητα, υπάρχει βάθος -στις περισσότερες θέσεις- και υπάρχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά. Το ερώτημα μέχρι σήμερα ήταν πόσο καλά συνδέονται όλα αυτά μεταξύ τους. Σε αυτό ακριβώς είχε ανάγκη να επενδύσει περισσότερο χρόνο η ομάδα.
Κακά τα ψέματα, αυτός ο χρόνος δόθηκε. Έτσι, από εδώ και πέρα αλλάζει και το μέτρο της κουβέντας. Πριν από τη διακοπή μπορούσες να εξηγήσεις πολλά μέσα από το μικρό διάστημα κοινής δουλειάς. Από την επανέναρξη και μετά, όμως, θα πρέπει να αρχίσουμε να βλέπουμε τι άφησε πίσω της αυτή η μίνι προετοιμασία. Η συζήτηση πλέον θα αφορά το επίπεδο της εικόνας, συνολικά και ατομικά, αλλά και το μέγεθος της βελτίωσης που θα παρουσιάσει η ομάδα, ώστε να φανεί αν η διακοπή είχε ουσία και λειτούργησε προς τη σωστή κατεύθυνση.
Τα αποτελέσματα στα ματς που ακολουθούν, φυσικά, θα παίξουν τον δικό τους ρόλο. Ο Άρης έχει ήδη αφήσει βαθμούς που δεν θα ήθελε να έχει αφήσει και γνωρίζει ότι χρειάζεται να βελτιώσει τη θέση του. Οι έξι αγώνες μέχρι το επόμενο ντέρμπι, απέναντι στον Ολυμπιακό στις 28 Νοεμβρίου, αποτελούν την ευκαιρία να αποδείξει δύο πράγματα: πρώτον, ότι όσα δούλεψε στη διακοπή έχουν περάσει στο γήπεδο και, δεύτερον, ότι μπορεί να δημιουργήσει ένα σερί που θα του δώσει βαθμολογική ασφάλεια και περισσότερη ηρεμία. Το σημαντικότερο, όμως, για να το πετύχει είναι να παρουσιάσει μία ομάδα που θα δείχνει ότι αξιοποίησε τον χρόνο που είχε.
Ο Μιχάλης Γρηγορίου είχε μπροστά του το διάστημα που ζητούσε για να δουλέψει. Είχε προπονήσεις υψηλής έντασης, τακτική δουλειά, επιθετική λειτουργία και τη δυνατότητα να φέρει μεγαλύτερο μέρος του ρόστερ στην ίδια αγωνιστική λογική.
Από εδώ και πέρα, λοιπόν, ο χρόνος παύει να είναι η εξήγηση. Γίνεται το κριτήριο.

















