Τα ντέρμπι μεταξύ Γιουβέντους και Νάπολι, δεν παρουσιάζονται απλώς ως αγώνες υψηλής βαθμολογικής σημασίας αλλά ως συγκρούσεις ολόκληρων κόσμων, φορτισμένες με ιστορικό, κοινωνικό και πολιτισμικό υπόβαθρο. Με την παρουσία του Μαραντόνα, οι συναντήσεις αυτές έλαβαν χαρακτήρα συμβολικής μάχης: ο Νότος απέναντι στον Βορρά, ο αδικημένος απέναντι στον κυρίαρχο, οι περιφρονημένοι απέναντι στους προνομιούχους.
Επεισόδια όπως το έμμεσο φάουλ απέναντι στη Γιουβέντους το 1985, όταν ο Μαραντόνα σκόραρε ένα γκολ τόσο απίθανο που οδήγησε ανθρώπους σε λιποθυμίες και καρδιακά επεισόδια, ενίσχυσαν τον μύθο του. Σε εκείνα τα παιχνίδια, η Νάπολη δεν έπαιζε απλώς για βαθμούς· έπαιζε για την αξιοπρέπεια της πόλης. Τα πανηγύρια στις νίκες εναντίον της Γιούβε είχαν την ένταση θριάμβου επί ενός ιστορικού «αντιπάλου-συμβόλου».
Η αίσθηση ότι κάτι μεταβαλλόταν στον αέρα είχε ήδη αρχίσει να πλανάται. Στο ξεκίνημα της σεζόν 1985-1986 η Νάπολι έβγαζε κατι εκρηκτικό: στις οκτώ πρώτες αγωνιστικές είχε συγκεντρώσει 10 βαθμούς.
Και στην ένατη αγωνιστική περίμεναν την τελειότητα: τη Γιουβέντους με τις οκτώ νίκες σε ισάριθμα παιχνίδια. Την Πρωταθλήτρια Ευρώπης, λίγους μήνες μετά την τραγωδία του «Heysel». Δεν έβραζε ο Βεζούβιος εκείνο το απόγευμα· έβραζε το παλλόμενο «San Paolo».
Φτάνοντας στο γήπεδο, όταν το μικρόφωνο της RAI στράφηκε στον Μισέλ Πλατινί για μια δήλωση πριν το παιχνίδι, εκείνος δεν απάντησε πραγματικά στην ερώτηση. Σχεδόν αφηρημένα, σαν να αποκάλυπτε μια σκέψη που τον έκαιγε, είπε απλώς: «Ντιέγκο».
Το παιχνίδι ήταν βαρύ, σκληρό, με βροχή και ακόμη περισσότερο ξύλο. Ήδη από το 39’ Μπάνι και Μπρίο είχαν αποβληθεί, αφήνοντας τις δύο ομάδες με δέκα παίκτες. Ο Μαραντόνα έχασε τις δύο μεγαλύτερες ευκαιρίες των γηπεδούχων και στο 70’, όταν ο διαιτητής Ρεντίνι αντί για πέναλτι υπέδειξε έμμεσο λίγα μέτρα από την εστία του Τακόνι, έγινε έξαλλος.
Τα νεύρα φούντωσαν ακόμη περισσότερο όταν οι Ναπολιτάνοι είδαν πού στήθηκε το τείχος της Γιουβέντους: σχεδόν κολλητά. Πέντε μέτρα, όχι περισσέτερο. Επτά παίκτες συνολικά, με δύο άλλους Καμπρίνι και Σιρέα έτοιμους να ορμήσουν μόλις η μπάλα ακουμπηθεί. Η απόσταση από την μπάλα μικρή, από το τέρμα ακόμη μικρότερη.
Ο Μαραντόνα και ο Πέτσι πάνω από την μπάλα.
– «Ντιέγκο, πώς γίνεται να μη μας δώσει πέναλτι;»
– «Μην ανησυχείς. Γκολ θα μπει κι έτσι».
Ο Πέτσι άκουσε, ανησύχησε. Το έδειξε κιόλας όταν ο Ντιέγκο απευθύνθηκε σε εκείνον.
-«Απλά ακούμπησε την μπάλα»
– «Ντιέγκο, δεν γίνεται…»
– «Μην φοβάσαι. Γκολ είναι».
Αυτό που ακολούθησε, όμως, έμοιαζε να αναιρεί όσα γνωρίζουμε: φυσική, γεωμετρία, λογική, ποδοσφαιρικούς κανόνες. Η μπάλα σηκώθηκε όσο ακριβώς χρειαζόταν για να περάσει καμπυλωτά πάνω από τους αντιπάλους και βρέθηκε στο αριστερό παραθυράκι του Τακόνι. Ο Ιταλός γκολκίπερ, αυτόπτης μάρτυρας της καταδίκης του, ακόμη δεν μπορεί να το εξηγήσει: «Δεν είδα καν την μπάλα. Δεν κατάλαβα πώς της έδωσε τέτοια καμπύλη. Ιδιοφυές. Ασύλληπτο».
Η Νάπολι το κέρδισε εκείνο το ματς, πήρε την 3η θέση και η Γιουβέντους ακόμα ένα ακόμα scudetto. Το επόμενο όμως ήταν δικό της. Το πρώτο της ιστορίας της. Το πρώτο από τα δύο που πανηγύρισε στα χρόνια του Ντιέγκο. «Με εκείνο το γκολ έκλεψα τις καρδιές των Ναπολιτάνων» είχε πει ο ίδιος.
















