O Νίκος Παπαδογιάννης πιστεύει ότι η 21η Ιουνίου 2026 ήταν μεγάλη μέρα για τον Παναθηναϊκό, για τον Ομπράντοβιτς, για τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο, για το ελληνικό μπάσκετ.
Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος σκόπευε εξαρχής να παρουσιάσει τον νέο-πλην, παλαιό- μεσσία ανήμερα των γενεθλίων του, αλλά η χρονική σύμπτωση των ανακοινώσεων με την Ημέρα του Πατέρα είναι ακόμα πιο ταιριαστή. Με την «πράσινη» παλιννόστηση του Ζέλικο Ομπράντοβιτς, ο υιός Γιαννακόπουλος τίμησε τη μνήμη του πατέρα του, Παύλου, ο οποίος δεν δίστασε να απολύσει έναν πρωταθλητή (Σούμποτιτς) για να προσλάβει τον Ομπράντοβιτς, τον οποίο τότε οι αρχιερείς της ασχετοσύνης και της κακεντρέχειας Γκαστόνε ανέβαζαν, εγκληματία κατέβαζαν.
Για τους ακόμη λίγους φίλους του, ο Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς δεν ήταν καν Ζέλικο το 1999, πόσο μάλλον «Ζοτς». Τα ρεπορτάζ των ημερών υπενθυμίζουν ότι ο Παναθηναϊκός τον θεωρούσε όχι πρώτη επιλογή (αυτή ήταν ο Μπόγκνταν Τάνιεβιτς), αλλά …τρίτη, ναι, μία «τρίτη επιλογή» με τρία Κύπελλα Πρωταθλητριών στο παλμαρέ της, κερδισμένα μάλιστα με διαφορεετικές ομάδες: την Παρτίζαν των προσφύγων το 1992, τη Μπανταλόνα των άγραφων το 1994, τη Ρεάλ των δύο αστέρων και των πολλών κομπάρσων το 1995.
Είχε κερδίσει και δύο Κυπελλούχων, το ’97 και το ’99, αλλά οι φωστήρες που περιφρονούσαν τις Ευρωλίγκες δεν υπήρχε περίπτωση να δώσουν σημασία στα Σαπόρτα και στα Γιούροκαπ και στα Κόρατς.
O Oμπράντοβιτς φόρεσε την πράσινη φόρμα του Λευτέρη Σούμποτιτς και έγινε πατέρας του σύγχρονου Παναθηναϊκού, ο ράφτης των πέντε (από τα επτά) πράσινων αστέρων: Θεσσαλονίκη 2000, Μπολόνια 2002, Αθήνα 2007, Βερολίνο 2009, Βαρκελώνη 2011. Εάν ο ίδιος κληθεί να διαλέξει ένα για να κοιμηθεί μαζί του απόψε, είμαι βέβαιος ότι θα διαλέξει το πιο μαγκιόρικο, του 2002 στη Μπολόνια απέναντι στην αμφιτρύονα Κίντερ του Εμάνουελ Τζινόμπιλι. Ο οποίος βέβαια δεν είχε γίνει ακόμη Μάνου.
Η 21η Ιουνίου 2026 ήταν μία πολύ μεγάλη μέρα. Μεγάλη για τον Παναθηναϊκό, μεγάλη για τον ιδιοκτήτη του, μεγάλη για τον Ομπράντοβιτς, μεγάλη για το ελληνικό μπάσκετ συνολικά.
Ο Παναθηναϊκός ξαναβρήκε τον άνθρωπο που του έδωσε ευρωπαϊκό ανάστημα και τον έκανε δυναστεία. Μπορεί το πρώτο και το έβδομο αστέρι να το κέρδισαν άλλοι προπονητές (Μάλκοβιτς και Αταμάν αντίστοιχα), αλλά ο πάπας του ευρωπαϊκού μπάσκετ είναι ο Ομπράντοβιτς των εννέα τροπαίων και ο πατριάρχης του πράσινου παρκέ, που τότε δεν ήταν από γυαλί αλλά από χρυσάφι, είναι ο Ομπράντοβιτς που το σήκωσε πέντε φορές σε έντεκα χρόνια και έστειλε την ομάδα σε οκτώ φάιναλ φορ, αν δεν έχασα το μέτρημα.
Ο Αταμάν τοποθέτησε ξανά το τρένο στις ράγες και έφερε ένα τρόπαιο που ουδείς τολμούσε να ονειρευτεί, αλλά η διετία που ακολούθησε ήταν εν κάποιου είδους πισωγύρισμα και έστειλε τον Τούρκο στο ταμείο ανεργίας . Ειδικά φέτος, τη χρονιά της διεξαγωγής του φάιναλ φορ στο ΟΑΚΑ, δεν υπήρχε καν το δικαίωμα στην αποτυχία. Θα έχανε ο Παναθηναϊκός από τη Βαλένθια με προπονητή τον Ομπράντοβιτς; Θα τερμάτιζε έβδομος με προπονητή τον Ομπράντοβιτς;
Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος πέτυχε έναν τεράστιο προσωπικό ρούμπο, ασφακλώς τον μεγαλύτερο της διοικητικής καριέρας του, αφού το τροπάριο που έψαλλαν οι Κασσάνδρες των δυσοίωνων προβλέψεων άρχιζε και τελείωνε στον ηφαιστειώδη χαρακτήρα του ιδιοκτήτη. Το «ναι» του Ομπράντοβιτς σημαίνει ότι τα περασμένα (του 2012 και του 2017) είναι ξεχασμένα, ενώ οι φυσιολογικές επιφυλάξεις κουκουλώθηκαν κάτω από το χαλί των υποσχέσεων.
Είναι βέβαιο ότι ο Γιαννακόπουλος παρέδωσε στον Ομπράντοβιτς το μοναδικό σετ κλειδιών της ομάδας και του υποσχέθηκε ότι ο ίδιος ο πρόεδρος και το Ίνσταγκράμ του θα έχουν μηδαμινή ως μηδενική ανάμιξη στην καθημερινότητα της ομάδας. Αυτό προφανώς είναι εύκολο μόνο στα λόγια και …ούτε καν, αλλά ο Ομπράντοβιτς το αγόρασε και προχώρησε στο παρασύνθημα. Παραδίδοντας την απόλυτη ηγεμονία στον προπονητή, ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος δεσμεύτηκε ότι θα είναι λιγότερο Δημήτρης και περισσότερο Γιαννακόπουλος.
Ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς, τραυματισμένος από το πικρό διαζύγιο του περασμένου Νοεμβρίου με την ομάδα της καρδιάς του, την Παρτίζαν, βρήκε ετοιμοπαράδοτη μία χρυσή ευκαιρία για να κάνει πρωταθλητισμό με αξιώσεις τίτλου. Η Παρτίζαν έδειχνε ικανή να πετύχει το θαύμα τη χρονιά του Κάουνας, όταν νικήθηκε από τους προβοκάτορες της Ρεάλ, αλλά συνολικά δεν ήταν ομάδα κορυφής ούτε έγινε τέτοια στην ύστερη θητεία του Ομπράντοβιτς.
Στον Παναθηναϊκό, ο Σέρβος βρίσκει ένα σύνολο παικτών που ήδη μοιάζει έτοιμο για ακροβατικά στην ευρωπαϊκή κορυφογραμμή, αλλά και ένα πορτοφόλι παχύ όσο ελάχιστα, ικανό να διορθώσει οποιαδήποτε ανορθογραφία στην ήδη γεμάτη τράπουλα. Το κοινό τον λατρεύει αδιαπραγμάτευτα και χωρίς αστερίσκους, αλλά ας πούμε ότι αυτό θα ίσχυε σε οποιαδήποτε από τις πρώην ομάδες του και αν ο Ομπραντοβιτς διάλεγε.
Δεν ξέρω αν θα είχε άλλη τέτοια ευκαιρία τώρα που σιγά σιγά πλησιάζει τα 70. Ας μη ξεχνάμε, ότι μπορεί να έχει περισσότερα ευρωπαϊκά τρόπαια από όσα έχουν μαζί οι Αταμάν, Μπαρτζώκας, Ιτούδης και Σάρας, αλλά πέρασαν και εννέα χρόνια από την τελευταία του εποποιία., δεκαπέντε από το τελευταίο που κερδήθηκε σε ουδέτερο γήπεδο. Το μπάσκετ έχει αλλάξει αρκετά έκτοτε και κάποιοι από τους Ολντ Σκουλ προπονητές δυσκολεύονται να προσαρμοστούν. Ο Ομπράντοβιτς καλείται να αποδείξει στον τελευταίο δύσπιστο ότι δεν ανήκει σε αυτή τη συνομοταξία.
Η εικόνα των φετινών και περυσινών εγχώριων τελικών, καθώς και των ευρωπαϊκών πλέι-οφ της τελευταίας διετίας, έδωσε την εντύπωση ότι ο Παναθηναϊκός απείχε έναν καλύτερο προπονητή από την κατάκτηση περισσότερων τίτλων. Με αυτή τη λογική το «τριφύλλι» καθίσταται αυτομάτως φαβορί για την κούρσα της νέας σεζόν, αλλά ο πραγματικός νικητής είναι ντε φάκτο το ταλαίπωρο πρωτάθλημά μας.
Ποιος νιώθει κάτι διαφορετικό από ανυπομονησία, βλέποντας στημένους στην αφετηρία τον Μπαρτζώκα, τον Ομπράντοβιτς, τον Σπανούλη, τον Τρινκιέρι και τον Σάκοτα; Η μόνη που δεν πήρε χαμπάρι το παραμικρό και τώρα τρέχει να σκορπίζει χρήμα για να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα είναι η ΕΡΤάρα. Εκτός πια και αν κατάλαβε, αλλά παριστάνει ότι δεν κατάλαβε…
Τα υπόλοιπα θα τα δούμε από αύριο, από σήμερα το μεσημέρι μάλλον. στο Gazz Floor, στο Old School, και φυσικά εδώ, στα μαρμαρένια αλώνια του Gazzetta. Η άφιξη του Ζέλικο Ομπράντοβιτς δίνει πνοή όχι μόνο στον ξέπνοο φετινό Παναθηναϊκό, αλλά σε όλο το στερέωμα, αρχής γενομένης από τον ίδιο τον «Ζοτς», ο οποίος επέστρεψε στην Αθήνα που τόσο αγαπά ελπίζοντας να ξαναβρεί το χαμένο χαμόγελό του.
















