Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται για ακόμη μία φορά η ακρίβεια στην ελληνική αγορά, με ιδιαίτερη έμφαση στις τιμές των σούπερ μάρκετ, του κρέατος και των προϊόντων που διατίθενται στις λαϊκές αγορές.
Ο κ. Ραυτόπουλος ανέλυσε στην «Κοινωνία Ώρα MEGA» τις αποκλίσεις που παρατηρούνται στην εθνική εθελοντική πρωτοβουλία για τη μείωση των τιμών στα σούπερ μάρκετ. Όπως επισημαίνει, σε αρκετούς κωδικούς προϊόντων η μείωση δεν φτάνει το εξαγγελθέν 5%, αλλά κυμαίνεται από 2% έως 4,9%. Παράλληλα, κατήγγειλε ότι αρκετές αλυσίδες προχώρησαν σε αυξήσεις τιμών κατά το προηγούμενο δίμηνο, πριν εφαρμόσουν τις συγκεκριμένες μειώσεις.
Ως αποτέλεσμα, το πραγματικό όφελος για τον καταναλωτή παραμένει περιορισμένο, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις προϊόντα εξακολουθούν να πωλούνται ακριβότερα σε σχέση με τις αρχές του καλοκαιριού. Το γεγονός αυτό εντείνει τον προβληματισμό για την αποτελεσματικότητα των μέτρων που έχουν ληφθεί απέναντι στο κύμα ακρίβειας.
Στη συνέχεια, ο εκπρόσωπος της αγοράς κρέατος, κ. Κεσίδης, παρουσιάζει την κατάσταση που επικρατεί στα κτηνοτροφικά προϊόντα. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πιθανότητα νέων αυξήσεων στην τιμή του μοσχαριού, λόγω των ευρωπαϊκών περιορισμών στις εισαγωγές από τη Βραζιλία. Παράλληλα, σοβαρά προβλήματα επάρκειας και υψηλές τιμές καταγράφονται στο ελληνικό αρνί και κατσίκι, εξαιτίας των μαζικών θανατώσεων ζώων, αλλά και των λουκέτων που έχουν σημειωθεί σε μικρές επιχειρήσεις του κλάδου.
Αντίθετη είναι η εικόνα στο χοιρινό, όπου οι τιμές εμφανίζονται σταθερές ή ακόμη και ελαφρώς μειωμένες, λόγω της αυξημένης προσφοράς στην ευρωπαϊκή αγορά.
Την ίδια ώρα, σε ζωντανή σύνδεση από λαϊκή αγορά, ο παραγωγός κ. Κούγιας μεταφέρει την εικόνα από την πλευρά του αγροτικού κόσμου. Εκφράζει την απογοήτευσή του για την έλλειψη ουσιαστικών μέτρων που θα μπορούσαν να περιορίσουν το κόστος παραγωγής, ιδιαίτερα όσον αφορά το πετρέλαιο και την ενέργεια, ενώ αναφέρεται και στις καθυστερήσεις που παρατηρούνται στις αποζημιώσεις των παραγωγών.
Παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο αγροτικός κόσμος, οι τιμές στα οπωροκηπευτικά παραμένουν, σύμφωνα με τον ίδιο, σε σχετικά συγκρατημένα επίπεδα, κυρίως λόγω της εποχικότητας και της αυξημένης παραγωγής.


















