Ο Νίκος Παπαδογιάννης έζησε από μέσα την πρώτη ήττα της ΕΡΤ από τα ιδιωτικά κανάλια και ψηλαφίζει τις ομοιότητες εκείνου του σήριαλ του 1990 με το σημερινό.
Τα ιδιωτικά κανάλια πρωτοεμφανίστηκαν στο στερέωμα του μπάσκετ το καλοκαίρι του 1990, όταν, νεοσύστατα ακόμη, αναζητούσαν ελκυστικό περιεχόμενο για να αποκτήσουν ανάστημα και να διεκδικήσουν μεγάλο μερίδιο της τηλεοπτικής (διάβαζε: διαφημιστικής) αγοράς. Με το ποδόσφαιρο να χειμάζεται στα γνώριμα θολά ύδατα, το μπάσκετ ήταν τότε το νοστιμότερο κομμάτι αυτής της πίτας. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα αθλητικά.
«Μέγκα και Αντέννα δίνουν γη και ύδωρ για τα δικαιώματα του πρωταθλήματος μπάσκετ», έγραψαν οι στήλες που ασχολούνταν με το τηλεοπτικό ρεπορτάζ. Η ΕΡΤ, που μέχρι τότε έπαιζε χωρίς αντίπαλο, γύρισε από το άλλο πλευρό και συνέχισε το ροχαλητό. Το δυνατό χαρτί της στις όποιες συζητήσεις με την ΕΟΚ του Βασιλακόπουλου, ο Φίλιππος Συρίγος είχε πέσει σε δυσμένεια λόγω πολιτικών πεποιθήσεων από την νεότευκτη κυβέρνηση του πατρός Μητσοτάκη και απείχε από τις εχθροπραξίες, κλειδωμένος γαρ σε κάποιο μπαλαούρο στην Αγία Παρασκευή.
Ήταν έφτασε η μέρα να ανοιχτούν οι σφραγισμένοι φάκελοι του διαγωνισμού, οι «αφελείς» πίστευαν ότι τα δικαιώματα θα κατέληγαν ξανά στην ΕΡΤ, επειδή …ΕΡΤ. «Η τηλεόραση που φτάνει στα σπίτια όλων των Ελλήνων», «ο αιμοδότης του ελληνικού αθλητισμού» και τα τοιαύτα, που μας βασανίζουν ακόμη. Το Μέγκα και ο Αντέννα δεν είχαν καν εθνική εμβέλεια, αλλά έμπαιναν στο παιχνίδι με σύμμαχο της βαθιές τσέπες των εφοπλιστών και μεγαλοεκδοτών, οπότε δεν χαμπάριαζαν από τυπικά εμπόδια.
Το άνοιγμα των φακέλων ήταν ένα σοκ για τους απεσταλμένους της ΕΡΤ στα γραφεία της οδού Αβέρωφ. Τα δύο μεγάλα ιδιωτικά κανάλια πρόσφεραν αντίτιμο –σε μετρητά, διαφημιστικό χρόνο κ.ο.κ.- που η κρατική τηλεόραση, με τις αγκυλώσεις της, δεν μπορούσε καν να ονειρευτεί. Το παιχνίδι κρίθηκε από τα αποδυτήρια. Τόσο το Μέγκα όσο και ο Αντέννα έστειλαν στο αρχηγείο της ΕΟΚ όχι μόνο τους προϊσταμένους του αθλητικού τμήματος (Νίκος Κατσαρός και Σταύρος Τσώχος αντίστοιχα), αλλά και οικονομικούς διευθυντάδες και διαφημιστές και άλλα μεγαλοστελέχη. Μια στρατιά από γραβατωμένους κουρσάρους.
Επιτρέψτε μου με τώρα να σας πω ποιοι ήταν οι τρεις απεσταλμένοι της ΕΡΤ σε αυτό το καθοριστικής σημασίας σουαρέ. Δύο δημοσιογράφοι του αθλητικού τμήματος, ο Βασίλης Σκουντής και ο Γιάννης Καραλής. Και ένα μειράκιο 23 ετών, εξωτερικός συνεργάτης ακόμη, ονόματι Νίκος Παπαδογιάννης.
Όχι, δεν σας κάνω πλάκα. Στη βραδιά όπου τα τηλεοπτικά δικαιώματα του πρωταθλήματος μπάσκετ απομακρύνθηκαν για τα καλά από το βεληνεκές της κρατικοδίαιτης τηλοψίας κλείδωσαν για συναπτή εξαετία στην ανοιχτή ιδιωτική τηλεόραση (2+2 χρόνια στο Μέγκα και τα επόμενα 2 στον Αντέννα), η ΕΡΤ της εποχής θεώρησε σκόπιμο να εκπροσωπηθεί από τους τρεις νεαρούς δημοσιογράφους που μέχρι τότε έκαναν τις περιγραφές των αγώνων.
Η στάση της ερμηνεύτηκε ως αδιαφορία, ενώ οι πονηροί της εποχής είπαν ότι η διοίκηση της εθνικής ραδιοτηλεόρασης, πάει να πει το γκουβέρνο, έκανε πλάτες στους ολιγάρχες που σιγά σιγά έπαιρναν το τηλεοπτικό τοπίο, την ενημέρωση και τελικά ολόκληρη τη χώρα στα χέρια τους. Το ίδιο καλοκαίρι, κατέληξαν στο Μέγκα και τα δικαιώματα των Κυπέλλων Πρωταθλητριών και Κυπελλούχων, Euroleague και Eurocup για να συνεννοούμαστε, με Άρη και ΠΑΟΚ να διεκδικούν ευρωπαϊκά τρόπαια.
Το Μέγκα, ο Αντέννα και αργότερα η συνδρομητική Nόβα απογείωσαν υπό την καθοδήγηση του Συρίγου το προϊόν, το οποίο κατέρριψε απλησίαστα μέχρι σήμερα ρεκόρ τηλεθέασης. Το αντίτιμο εκείνου του πρώτου συμβολαίου που έστελνε το πρωτάθλημα της Α1 στην ιδιωτική τηλεόραση ήταν 30 εκατομμύρια δραχμές ετησίως, ας πούμε λοιπόν 95 χιλιάδες σημερινά ευρώ δίχως τον πληθωρισμό.
Σήμερα τα λεφτά μοιάζουν μάλλον με ψίχουλα, σας διαβεβαιώ όμως ότι για τα δεδομένα του 1990 ήταν αδιανόητα. Ο βασικός μισθός στην Ελλάδα του ’90 ήταν κάτω από 200 ευρώ (ή 65.000 δραχμές), ενώ ένα σπίτι που σήμερα αξίζει 400 χιλιάδες ευρώ κόστιζε τότε μόλις 16 χιλιάρικα. Το ΑΙ τα υπολόγισε, όχι εγώ.
Όταν έσβησαν τα φώτα στo αρχηγείο της …μασονικής στοάς, οι διεκδικητές του χρίσματος έλαμπαν από αισιοδοξία, ενώ το αποσβολωμένο τρίο της ΕΡΤ έφυγε (φύγαμε) προς κάποιο ταβερνείο των Κάτω Πατησίων για να πιούμε και να ξεχάσουμε. Θυμάμαι να λέμε ότι τα ιδιωτικά κανάλια θα χρειαστούν σπίκερ για να καλύψουν το μπάσκετ, οπότε είχε ο καλός θεός. Λίγους μήνες αργότερα εγώ κατέληξα όντως στο Μέγκα, ενώ πιο μετά ακολούθησε παρόμοια διαδρομή και ο Βασίλης. Ο Γιάννης, αν δεν το προσέξατε παρακολουθώντας το Μουντιάλ, παραμένει ακόμη στο δημόσιο, αν και εκτός τηλεόρασης.
Το πρωτάθλημα μπάσκετ επέστρεψε πια στην ΕΡΤ όταν είχε κλειδωθεί στο κουτί της Νόβα και αποψιλωθεί από την αξία του, με την κατάρρευση των περισσότερων ομάδων και την έλλειψη ανταγωνιστικότητας. Μέσα σε μία μέρα, ξαναγυρίσαμε ως διά μαγείας στην εποχή της ΥΕΝΕΔ και παραμένουμε έκτοτε εκεί.
Και δεν αναφέρομαι απαραίτητα στην ποιότητα των περιγραφών ούτε στην τωρινή διοίκηση του αθλητικού τμήματος. Εάν έχει κάποια αξία η γνώμη μου, το φιλόπτωχο ταμείο που λέγεται ΕΡΤ έχει ζημιώσει το μπάσκετ περισσότερο απ’ ότι το έχει ωφελήσει, παρ’ όλο που το ξανάβαλε στα σπίτια όλων των Ελλήνων.
Καθιέρωσε πρώτη τη λογική «σπίκερ Ολυμπιακού» και «σπίκερ Παναθηναϊκού», έπαιξε χωρίς όρους το παιχνίδι των αφεντικών (των ομάδων και όχι μόνο), άφησε το προϊόν δίχως εμπορική εκμετάλλευση, κατακρήμνισε τις ακροαματικότητες κοντά στο μηδέν, παρουσίασε επί χρόνια εικόνα και ήχο βγαλμένα από τη δεκαετία του ’90, έκανε το μπάσκετ όχημα για ικανοποίηση προσωπικών φιλοδοξιών, έκανε πέντε βήματα πίσω για κάθε διστακτικό βήμα μπροστά.
Και τώρα, εν έτει 2026, μοιάζει έτοιμη να το παραδώσει ξανά στην ιδιωτική τηλεόραση, πάνω που το πρωτάθλημα ετοιμάζεται να εκτοξεύσει εκ νέου τη δημοφιλία του, ένεκα της αντεπίθεσης Άρη, ΠΑΟΚ και ΑΕΚ. Η ρήτρα ανανέωσης που σύμφωνα με πληροφορίες υπήρχε στο συμβόλαιο της διετίας 2024-26 έμεινε ανεκμετάλλευτη και ο Σκάι, που εμφανίστηκε ξαφνικά από το κάγκελο, εμφανίζεται διατεθειμένος να πλειοδοτήσει απέναντι στις χλιαρές ρελάνς της Αγίας Παρασκευής.
Οι κυνικοί θα επισημάνουν τις ομοιότητες του σημερινού πολιτικοοικονομικού τοπίου με το αντίστοιχο του 2026, οι δε «αφελείς», σε εισαγωγικά ξανά η λέξη, περιμένουν από τον ΕΣΑΚΕ να αγνοήσει τα εκατομμύρια του Αλαφούζου ώστε να μη κλειδωθεί ξανά το μπάσκετ σε συνδρομητικό κυτίο. «Για το καλό του αθλήματος», θα πουν.
Λες και έπαθε καμία ζημιά το εγχώριο πρωτάθλημα του ποδοσφαίρου (ή τα ξένα ή η Ευρωλίγκα κ.ο.κ.) από τότε που μοιράστηκε στα δύο κλειστά ψηφιακά κανάλια…















