Ο Αντώνης Καλκαβούρας σχολιάζει τον ανορθόδοξο τρόπο με τον οποίο οι «ερυθρόλευκοι» επέλεξαν να ανατρέψουν το -22 απέναντι στον Ερυθρό Αστέρα και την λανθασμένη τους προσέγγιση σε ένα ματς που όλη την εβδομάδα «φωναζε» ότι ήταν πολύ δύσκολο.
Αρχίζουμε τα βασικά, που πρέπει πάντα να τα επαναλαμβάνουμε γιατί πρέπει να γίνουν κτήμα όλων όσοι δεν είναι τόσο εξοικειωμένοι, αλλά και εκείνων που η στενοχώρια μίας ήττας ή ο ενθουσιασμός μίας νίκης, οδηγεί σε λανθασμένα και πρόωρα συμπεράσματα.
Όπως η Ρώμη δεν κατακτήθηκε σε μία μέρα, έτσι και ο τίτλος της Euroleague δεν γίνεται να απονεμηθεί Νοέμβριο μήνα! Κοινώς δεν υπάρχει λόγος μεγάλης ανησυχίας μετά από ένα αρνητικό αποτέλεσμα στην 10η αγωνιστική της κανονικής περιόδου και αντίστοιχα καμία ηχηρή νίκη την δεδομένη χρονική στιγμή δεν θα πρέπει να προκαλεί υπέρμετρη αισιοδοξία.
Ειδικότερα όταν έχουμε να κάνουμε με οργανισμούς σαν τους δύο «κολοσσούς» του ελληνικού μπάσκετ, που έχουν συνολικά 11 ευρωπαϊκά τρόπαια στο ενεργητικό (με δύο εξ’ αυτών την τελευταία τριετία) και διαθέτουν την απόλυτη τεχνογνωσία και εμπειρία ώστε να διαχειριστούν έναν… «μαραθώνιο».
Ας μπούμε, όμως, στο θέμα μας που δεν είναι άλλο από την 2η εφετινή εντός έδρας ήττα (57-62) του Ολυμπιακού από τον Ερυθρό Αστέρα, σε ένα πολύ κακό ποιοτικά παιχνίδι πολύ μακριά από τα standards των γηπεδούχων.
Ένα αποτέλεσμα στο οποίο, οι μυημένοι φίλοι των Πειραιωτών λίγο-πολύ είναι «συνηθισμένοι» να βλέπουν σχεδόν κάθε χρόνο, πολύ απλά γιατί οι «ερυθρόλευκοι» του Βελιγραδίου είναι μία από τις ελάχιστες ομάδες – αν όχι η μοναδική – που έχει θετικό ρεκόρ απέναντί τους (10-8 σε επίσημα παιχνίδια) στο ισχύον format. Δηλαδή από την σεζόν 2016-2017 κι εντεύθεν…
Η αλήθεια είναι ότι για πολλούς λόγους, το συγκεκριμένο παιχνίδι έκανε μπαμ εδώ και μέρες ότι θα ήταν δύσκολο να κερδηθεί και απαιτούσε τρομερή συγκέντρωση, καθαρό μυαλό και προσήλωση στις λεπτεμέρειες. Και σίγουρα step-up από τους σημαντικότερους παίκτες…
Η ομάδα του Ιμπόν Ναβάρο, πέραν των 6 νικών στα επτά τελευταία παιχνίδια και του εξαιρετικού ρυθμού στον οποίο είχε μπει, ερχόταν στην Αθήνα έχοντας την 2η καλύτερη άμυνα (πλέον έχει την πρώτη με μ.ο. 74,0π.) και με το «παράσημο» ότι προκαλεί στον εκάστοτε αντίπαλό της το χαμηλότερο ποσοστό στα δίποντα. Σε όλα τα παραπάνω προσθέστε ότι ταυτόχρονα ήταν 2η στις ασίστ αλλά και στα ριμπάουντ!
Πως αφήνεις έξω τον (έστω και ανέτοιμο) Φουρνιέ;
Ο Ολυμπιακός, λοιπόν, με την απώλεια συνολικά 28,1 πόντων στην επίθεσή του από τις απουσίες του Μοντέρο και του Ντόρσεϊ, είχε να αντιμετωπίσει ένα πολύ συμπαγές και δυσκολοκατάβλητο συγκρότημα, ανακατεύοντας και πάλι το rotation λόγω της αναγκαστικής προσθήκης του Φουρνιέ και του νεοαποκτηθέντα Κόντσαρ (θετικός σε όλα τα υπόλοιπα κομμάτια πλην της τελικής προσπάθειας).
Χρησιμοποιώ την συγκεκριμένη λέξη, γιατί ιδανικά τόσο ο Γάλλος, όσο και ο Αμερικανός θα ήταν ίσως πιο ωφέλιμο – αλλά πρακτικά δύσκολο για τον δεύτερο – για τους «ερυθρόλευκους» να μπουν σε ένα ματς πρωταθλήματος.
Και αυτό γιατί χωρίς τον Εβάν, ο οποίος έπαιξε ουσιαστικά μετά από τρεις προπονήσεις σε πέντε εναντίον πέντε και ήταν λογικό να είναι εκτός ρυθμού (12π. & 3ασ. με 5/19 σουτ), είχε βρει μία ισορροπία, με τον Μίλερ-ΜακΙντάιρ και τον Γουορντ να είναι πολύ πιο αποδοτικοί έχοντας περισσότερο την μπάλα στα χέρια και με τον Παπανικολάου να βγάζει ενέργεια στην άμυνα και να παίζει με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στην επίθεση.
Το ότι ο Φουρνιέ επέστρεψε και μάλιστα έπαιξε σχεδόν τρία λεπτά περισσότερα (27’) από τον μέσο όρο του (24,4’), φαίνεται ότι περισσότερο μπέρδεψε την αγωνιστική λειτουργία της ομάδας. Γιατί όσο και να ήθελε πολύ να βοηθήσει, ήταν λογικό να μην έχει βρει ακόμη ούτε τις ανάσες, ούτε τα πατήματα, ώστε να είναι αυτός που μας έχει συνηθίσει και αυτό φάνηκε από τις κακές αποφάσεις που είχε αλλά και από την κατάχρηση των προσπαθειών υπό αυτές τις συνθήκες.
Υπάρχει βέβαια και η ανάγνωση που λέει ότι όταν ένας παίκτης αυτού του βεληνεκούς, είναι έτοιμος να παίξει, πως μπορείς να του πεις ότι θα παίξεις με το Μαρούσι; Δύσκολη η παραπάνω εξίσωση…
Ωστόσο, κάπως έτσι εξηγείται στα μάτια μου η ξαφνική επιθετική καθίζηση του διδύμου Μίλερ-ΜακΙντάιρ και Γουορντ (παρ’ ότι έπαξαν από 21 λεπτά έκαστος, είχαν μαζί 3π. & 1ασ. με 0/11 σουτ), το οποίο είχε δώσε τεράστια ώθηση στον Ολυμπιακό στα τρία προηγούμενα παιχνίδια, προσφέροντας 27,6 πόντους και 8,6 ασίστ!
Το πρόβλημα που ακούει στο όνομα Μιλουτίνοφ!
Ένας ακόμη πόλος που δεν λετούργησε χάλια για την ομάδα του Γιώργου Μπαρτζώκα ήταν το inside game. Δυστυχώς και αυτό μάλλον έχει να κάνει με την μεγάλη διάρκεια που παίρνει στον Μιλουτίνοφ να βρει την φόρμα του μετά από τον οποιοδήποτε τραυματισμό (είχε χτυπήσει στις αρχές Σεπτέμβρη με την Εθνική Σερβίας), ο 31χρονος σέντερ δίνει ελάχιστα πράγματα στην ομάδα του (0π. & 5ρ. με 0/3 σουτ σε 12’) και σταθερά από την αρχή της σεζόν πολύ μακριά τον καλό του εαυτό.
Και αυτό πλέον, πληγώνει τους Πειραιώτες περισσότερο όταν είναι διαθέσιμος και παίζει (με βάση την εικόνα που παρουσιάζει) – γιατί «κόβει» χρόνο και ρυθμό από τον Χολ και τον Τζόουνς – απ’ ό,τι όταν είναι εκτός! Και αυτό επηρεάζει και τον Εντιάι που έχει δείξει ότι μπορεί να ανταποκριθεί και στο “5”.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στα τέσσερα παιχνίδια που δεν έπαιξε φέτος ο “Μίλου”, ο Ολυμπιακός μέτρησε τρεις νίκες και μία ήττα με buzzer beater από την Βίρτους, αλλά σε όλα πήρε αρκετά πράγματα από τον ή τους παίκτες που χρησιμοποιήθηκαν στην θέση του.
Στην Βιτόρια, ο Τζόουνς είχε 12 πόντους και 8 ριμπάουντ, στο Κάουνας και οι τρεις μαζί είχαν μία αξιοπρεπή εικόνα, στην Μπολόνια ο Εντιάι έκανε ρεκόρ καριέρας (23π. & 7ρ. με 10/11 σουτ σε 20’) παίζοντας περισσότερο στο “5” και στην Πόλη με την Μπεσίκτας, οι δύο Αμερικανοί μοιράστηκαν την θέση και είχαν μαζί 29 πόντους και 9 ριμπάουντ.
Ενδεικτικά στο χθεσινό παιχνίδι και οι τέσσερις ψηλοί των πρωταθλητών Ευρωπης, είχαν μαζί 10 πόντους, 14 ριμπάουντ (με 9 επιθετικά) με 4/10 σουτ σε 52’12”.
Το ανορθόδοξο μπάσκετ είναι πολύ μακριά από τις αρχές του
Το τρίτο κομμάτι που «πλήρωσε» ο Ολυμπιακός απέναντι στον Ερυθρό Αστέρα ήταν η έλλειψη δημιουργίας για σουτ υπό καλές προϋποθέσεις (είναι σε κατώτερο επίπεδο από πέρυσι) και καθαρού μυαλού σε κρίσιμες κατοχές της 4ης περιόδου, όταν είχε ήδη κάνει μία υπερπροσπάθεια (με μεγάλη σκληράδα στην άμυνα και κατά βάση “hero-ball” στην επίθεση).
Δεν υπήρχε καμία υπομονή ώστε να γυρίσει η μπάλα και να βγουν καλά και όχι βιαστικά σουτ, απόρροια ατομικών ενεργειών και φυσικά το μονοψήφιο νούμερο στις τελικές πάσες είναι κάτι πολύ σπάνιο για τους πρωταθλητές Ευρώπης, αλλά συνάμα και ενδεικτικό της αγωνιστικής σύγχυσης.
Η αστοχία (36,1% εντός πεδιάς με 22/71 σουτ και 5/36 τριπ.) είναι και θέμα βραδιάς, αλλά και θέμα του τι σουτ παίρνει μία ομάδα. Ένα θέμα, λοιπόν, οι απονεννοημένες προσπάθειες περισσότερο του Φουρνιέ και λιγότερο του Βεζένκοβ (27π., 6ρ. & 3κλ. με 11/21 σουτ) και ένα δεύτερο πιο σημαντικό στα δικά μου μάτια (χωρίς φυσικά να γνωρίζω ποιο ήταν η προπονητική καθοδήγηση), η «άμυαλη» επιμονή στα μακρινά σουτ, όταν από το 33’06” και μετά, οι γηπεδούχοι χρειάζονταν απλά ένα φάουλ για να πάνε στις βολες.
Είναι χαρκτηριστικό ότι από την στιγμή που η διαφορά μειώθηκε σε μονοψήφιο νούμερο (στο 31ο λεπτό) και μέχρι το 36ο λεπτό και με το σκορ να είναι στο -8 (45-53), οι «ερυθρόλευκοι» σπατάλησαν πέντε κατοχές με ισάριθμα βεβιασμένα τρίποντα κι έχασαν την ευκαιρία να κατεβάσουν πολύ νωρίτερα την διαφορά στο καλάθι (συνέβη στο 38’21”).
Εν κατακλείδι, ο Ολυμπιακός δεν γνώρισε καμία καταστροφική ήττα ( ίσα-ίσα που πλησίασε σε μία ανατροπή, που μπασκετικά δεν άξιζε να πετύχει), αλλά φαίνεται οτι χρειάζεται μία αναπροσαρμογή ρόλων, έναν σαφώς πολύ πιο ουσιαστικό Μιλουτίνοφ και έναν ακόμη παίκτη, που να απειλεί στην επίθεση.
Το αν αυτός θα είναι ο Ντόρσεϊ (πιστεύω ότι αυτό θα αργήσει λίγο να φανεί) ή κάποιος άλλος το ξέρουν ο Μπαρτζώκας και οι συνεργάτες του. Για να αποδίδουμε και τα του Καίσαρως των Καισαρει, όμως και παρ’ όλα αυτά που αναλύσαμε, αν δεν είχε μπει αυτο το «κουφό» hook του Κολοκό (έχει δώσει μεγάλο upgrade στην άμυνα του Ερυθρού), ο Ολυμπιακός δεν αποκλείεται να είχε κάνει την ανατροπή της χρονιάς.
Και αν γινόταν, θα ήταν αποτέλεσμα της προοδευτικά τεράστιας βελτίωσης που παρουσιάζει στο ανασταλτικό κομμάτι από το ταξίδι στην Ισπανία και μετά. Έκτοτε δεν έχε δεχθεί ποτέ ξανά πάνω από 80 πόντους (μ.ο. 69,2π.) και αν βάλουμε και τα ενδιάμεσα παιχνίδια της GBL, το μέσο παθητικό του κατεβαίνει στους 64,6 πόντους.
Υγ.: Έχει ακόμη πολύ δρόμο η σεζόν, αλλά το ότι η λύση της “Sunel Arena” θα ήταν προβληματική το ηξεραν όλοι στον Πειραιά. Στο 50% ο μέχρι τώρα απολογισμός (με ρεκόρ 2-2 στην EL), κάτι που σε έναν βαθμό χαραμίζει την σχεδόν αψεγάδιαστη εκτός έδρας παρουσία (5 νίκες σε 6 αγώνες).
VISA: «Το Ζεις με Πάθος – Το Ζούμε Μαζί Σου»
















