«Κοινωνία Ώρα MEGA»
Έντονες οικονομικές πιέσεις εξακολουθούν να δέχονται τόσο οι παραγωγοί όσο και οι καταναλωτές, με το αυξημένο κόστος παραγωγής να δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στον πρωτογενή τομέα.
Η νέα υπουργική απόφαση αλλάζει τον τρόπο λειτουργίας των λαϊκών αγορών, καθώς προβλέπει νέους κανόνες για τη σήμανση των πάγκων και τις άδειες των πωλητών. Στόχος των αλλαγών είναι η ενίσχυση της διαφάνειας, ώστε οι καταναλωτές να γνωρίζουν με σαφήνεια την ταυτότητα και την ιδιότητα κάθε πωλητή.
Ωστόσο, το ενδιαφέρον στρέφεται στην οικονομική κατάσταση που επικρατεί στον πρωτογενή τομέα. Εκπρόσωποι παραγωγών και καταναλωτών κάνουν λόγο για δραματική αύξηση του κόστους παραγωγής, το οποίο, όπως επισημαίνουν, έχει σχεδόν διπλασιαστεί. Σημαντικό μέρος της επιβάρυνσης προέρχεται από τις αυξημένες τιμές στο πετρέλαιο κίνησης, την ηλεκτρική ενέργεια και τα μεταφορικά, ενώ ιδιαίτερα μεγάλη είναι η αύξηση στο κόστος των λιπασμάτων, που υπολογίζεται μεταξύ 60% και 70%.
Ο Υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων της Συνομοσπονδίας Παραγωγών και Επαγγελματιών Λαϊκών Αγορών, Νικόλας Παυλίδης μίλησε στο MEGA.
«Ωραίες είναι αυτές οι αλλαγές οι οποίες γίνονται στις ταμπέλες και σε όλα αυτά, αλλά το πρόβλημα του παραγωγού και του αγρότη παραμένει άλυτο. Ακούσαμε και πριν για τις τιμές του πετρελαίου. Πριν από ένα χρόνο καλλιεργούσαμε με λιγότερο πετρέλαιο σε τιμή. Αυτή τη στιγμή έχει φτάσει, όπως ακούσαμε και στο 2.20. Όπως καταλαβαίνετε αυτά τα 80 λεπτά, γιατί 1.60 άκουσα ότι ήταν η τιμή η αρχική πέρσι. Φέτος μετά τον πόλεμο έχει φτάσει, εμείς όλα τα προϊόντα μας τα έχουμε καλλιεργήσει αυτά που βλέπετε εδώ με 2 ευρώ. Όπως καταλαβαίνετε η τιμή και – πάλι καλά εδώ στις λαϊκές, γιατί κρατάμε πάντοτε τις τιμές χαμηλά εδώ στις λαϊκές – βάζουμε πλάτη στον πολίτη και έρχεται ο καταναλωτής και ψωνίζει εδώ πιο φθηνά από το στεγασμένο εμπόριο. Παρόλα αυτά όμως, αν συνεχιστεί αυτό όλο το όργιο και τα λιπάσματα και όλα αυτά τα έχουμε πάρει πλέον στο 60, 70% παραπάνω».
Λεχουρίτης: «Δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο αυτό – Οι παραγωγοί έχουν δίκιο»
Ο Γιώργος Λεχουρίτης πρόεδρος του Ινστιτούτου Καταναλωτών ανέφερε: «Εκείνο το οποίο με φοβίζει είναι αυτό το οποίο είχε λεχθεί αν ο πόλεμος κρατήσει πάνω από δύο μήνες. Τελικά κρατάει πάνω από δύο μήνες και σήμερα η αγορά είναι όχι απλώς πανάκριβη. Τα καύσιμα είναι απλησίαστα, δηλαδή ζεματάνε επί της ουσίας τα καύσιμα και σκέφτεται ο πολίτης τι να βάλει στο ρεζερβουάρ. Και βλέπουμε καταστάσεις και περιπτώσεις, βάλε μου 10 ευρώ, βάλε μου 20 ευρώ. Φτάσαμε σε αυτό το επίπεδο. Άρα με τόση πανάκριβη βενζίνη και πετρέλαιο κίνησης είναι λογικό να διαμαρτύρονται οι πάντες. Και ο πρωτογενής τομέας και η αγορά και οι καταναλωτές. Το ζητούμενο είναι τι θα γίνει. Και μην ξεχνάμε, αυτές οι τιμές είναι επιδοτούμενες από την πλευρά του κράτους σε αυτά τα χρήματα που δίνει και φανταστείτε αν δεν υπήρχαν τα δεκάλεπτα, πού θα είχε φτάσει η βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης. Δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο. Οι παραγωγοί έχουν απόλυτο δίκιο. Διαμαρτύρονται γιατί πουλάνε φτηνά το προϊόν»,
«Μάλιστα, ορισμένες περιοχές πουλάνε φθηνότερα από πέρσι το προϊόν, ενώ το κόστος τους έχει ανέβει σχεδόν στο διπλάσιο, όχι μόνο των καυσίμων αλλά και των φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων. Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί. Μα θα μου πείτε, δεν είναι ευθύνη της πολιτείας. Είναι εξωγενείς παράγοντες οι οποίοι διαμορφώνουν τις τιμές στα καύσιμα, που είναι η κινητήριος δύναμη της αγοράς και μέσα από τα καύσιμα πολλαπλασιαστής γίνεται και η τιμή στο μαρούλι, στην ντομάτα, στο νεκταρίνι, στο ροδάκινο, σε όλα γενικώς τα αγροτικά προϊόντα. Ενόψει λοιπόν Σεπτεμβρίου και με τις προβλέψεις, και με τις προβλέψεις της αγοράς, θα έχουμε πολύ ακριβότερες τιμές και φοβάμαι ότι δεν θα αντέξει άλλο ο πολίτης καταναλωτής».
Οι συνέπειες είναι ιδιαίτερα εμφανείς στις νησιωτικές περιοχές. Στη Νάξο, για παράδειγμα, αρκετοί αγρότες φέρεται να εγκαταλείπουν σταδιακά την παραγωγή, επιλέγοντας να στραφούν στον τουριστικό κλάδο, ο οποίος προσφέρει μεγαλύτερες και πιο άμεσες οικονομικές απολαβές.
Ο κ. Καπούνης τόνισε: «Τα λιπάσματα, τα λιπάσματα έχουν αυξηθεί από 300 έως 700 ευρώ, δηλαδή φτάσει ο, ξεπεράσει ο τόνος τα 1.000 ευρώ. Η βενζίνη, το πετρέλαιο τα ίδια, το ρεύμα τα ίδια, τα μεταφορικά που εμείς είμαστε σε νησί έχουν αυξηθεί πάρα πολύ. Οπότε καταλαβαίνετε ότι από εδώ και πέρα ο αγρότης στη Νάξο για να ζήσει είναι πολύ δύσκολο. Φεύγουν όλοι από το επάγγελμα, πηγαίνουν στον τριτογενή τομέα, τουλάχιστον να δουλέψουν τέσσερις μήνες».
Η εξέλιξη αυτή εντείνει τους φόβους για σταδιακή εγκατάλειψη της αγροτικής δραστηριότητας και ερημοποίηση της υπαίθρου, καθώς όλο και περισσότεροι παραγωγοί δυσκολεύονται να παραμείνουν στον πρωτογενή τομέα υπό τις σημερινές συνθήκες.

















